» 

diccionario analógico

arenícola (es) - geológicoγεωλογικός - geologiaγεωλογία - geofísicaγεωφυσική - μορφολογία - θεωρία τεκτονικών πλακών, τεκτονική - aerologia - climatologiaklimatologia, κλιματολογία - βιοκλιματολογία - hidrologiaυδρολογία - sismologiaσεισμολογία - hephaistologia, ηφαιστειολογία - geodesiaγεωδαισία - mineralogiaμεταλλειολογία, ορυκτολογία - petrologiaπετρογραφία, πετρολογία - lahar - post-seísmo (es) - erupção, erupção vulcânicaέκρηξη, έκρηξη ηφαιστείου - perfil (es) - litoralπαραλία - soil horizon (en) - Aeolia, Aeolis (en) - achondrite (en) - Adirondack Mountains, Adirondacks (en) - Alaska Range (en) - αλλουβιακό απόθεμα - aqüífero - arroyo (en) - Balkan Mountain Range, Balkan Mountains, Balkans (en) - pedregulhoκοτρόνα, ογκόλιθος - Catskill Mountains, Catskills (en) - chondrite (en) - arena, circo, espaço circular - βράχος - coloορεινό πέρασμα - plataforma continentalηπειρωτική υφαλοκρηπίδα - cristalite - Cumberland Mountains, Cumberland Plateau (en) - brecha, falhaάνοιγμα, ρήγμα στο φλοιό της γης - faixa litoral submergível - Fountain of Youth (en) - pedra na vesículaπέτρα χοληδόχου κύστης - gasherbrum (es) - geleira, glaciarπαγετώνας - regoρεματιά - θερμή πηγή - icebergueπαγόβουνο - calota glacial - Dapsang, K2 (es) - cálculo renal, pedra nos rins - landfill, made ground (en) - Logan, Monte Logan (es) - maciço - Mckinley, Monte Mckinley (es) - morenaείδοσ χνουδωτού υφάσματοσ - pepitaβόλος συν. χρυσού - solo oceânicoβυθός θάλασσας, βυθός ωκεανού, πυθμένας θάλασσας, πυθμένας ωκεανού - desfiladeiroδερβένι, κλεισούρα, πέρασμα, στενό - calhau, seixoβότσαλο - negócio lucrativo, terra de aluviãoθέτων μεταλλοφόρον έδαφοσ, τοποθετών - πλαζ - buraco, caldeirãoλακκούβα, σπηλιά - precipícioγκρεμός - φωλιά κουνελιού - Rakaposhi (es) - cadeia de montanhas, maciçoοροσειρά - pedregulhoκοτρόνα, πέτρα - Mount Rushmore, Mt. Rushmore, Rushmore (en) - San Andreas Fault (en) - caixa de areia - costa marítima - costa, costa marítima, litoralακτή - depósito, sedimentoίζημα, κατακάθι - margem da praia - καταβοθρα - nascente - επιφάνεια της γης - seixosσάρα - Teton Range (en) - overthrust fault, reverse fault, thrust fault (en) - vádiρέμα - acuífero (es) - Monte Whitney, Whitney (es) - wormhole (en) - geólogogeologo, geologos, γεωλόγος - sismologistaσεισμολόγος - αλλουβιακόσ κώνοσ - continental drift (en) - aluvión, derrubio, sedimentación, terrera, terrero (es) - epigenesis (en) - μεταβολή ορυκτών, μεταμόρφωση - este - ανατολικά από νότια - ανατολικά νοτιοανατολικά - νοτιοανατολικά - νότια νοτιοανατολικά - meridional, sulνότος - δυτικά νοτιοδυτικά - ocidente, oeste, poenteδύση - βορειοδυτικά - hipotenusaυποτείνουσα - mineralορυκτό, ορυκτό μετάλλευμα, ορυκτός - anfíbol (es) - amphibolite (en) - apatitaαπατίτης - augita (es) - bauxiteβωξίτησ - beriloβηρύλλοσ - biotita (es) - borato de sódio, bóraxβόραξ, διφθοριούχο νάτριο - carnotite (en) - κασσιτερίτης - βασικός ανθρακικός μόλυβδος - χαλκοσίνης, χαλκολαμπρίτης - χαλκοπυρίτης - chromite (en) - cordierite, dichroite, iolite (en) - corindoείδοσ σκληρότατου λίθου, κορούνδιο - cristobalite (en) - criólito - esmerilσμύριδα - φθορίτησ - galenaορυκτό θειούχου μολύβδου - garnierite (en) - germanite (en) - glauconite (en) - goethite, gothite (en) - gesso-de-paris, gipsita, gipsoγύψοσ - βαρυτίνη - καλαμίνα - ilmenita - kaolinite (en) - kernite (en) - magnesite (en) - malaquiteμαλαχίτης - manganite (en) - margaλιπαντικό χώμα - cola de peixe, ictiocolaλεπιδόλιθοσ, ψαροκόλα - molibdenite - monazite (en) - mica-branca, moscovita, vidro-de-moscóviaΜοσχοβίτης, Μοσχοβίτισσα - olivine (en) - mena (es) - κίτρινη βαφή - pentlandite (en) - hidróxido de magnésia, magnésiaμαγνήσιο - pollucite (en) - pirita - piroxena - quartzito - cristal de rochaτεχνητό διαμάντι, τεχνητόσ αδαμάσ, ψευδήσ αδαμάσ - rosalgar - rhodochrosite (en) - pedraλίθος, πέτρωμα - breccia (en) - rocha sedimentáriaπροσχωσιγενές πέτρωμα - metamorphic rock (en) - actinolite (en) - andesita (es) - amiantoαμίαντος - chrysotile (en) - hornblende (en) - aphanite (en) - aplite (en) - basalto - aluminaαλουμίνα, αργιλία, οξείδιο αλουμίνιου - chão, terraέδαφος, χώμα - diatomaceous earth, diatomaceus earth, diatomeceaous earth, diatomite, fossil meal, infusorial earth, kieselguhr, kieselgur (en) - solo, sujidadeβρομιά, χώμα - feldspatoαστριόσ - ortoclase - αλβίτησ - οψιανός - gneisseγνευσίτησ - xistoσχιστόλιθοσ - greisen (en) - hematita, hematiteαιματίτησ - ορυκτό σιδήρου - λατερίτησ - lavaλάβα - magmaμάγμα - igneous roch, igneous rock (en) - batholite, batholith, pluton, plutonic rock (en) - diorite (en) - gabbro (en) - pegmatite - rhyolite (en) - roca volcánica (es) - lepidocrocite (en) - calcárioασβεστόλιθος - limonita (es) - argilaεύφορο έδαφοσ, παχύ χώμα - loesseκίτρινη ασβεστώδησ λάσπη - magnetic iron-ore, magnetite (en) - mármoreμάρμαρο - podsol, podsolic soil, podsol soil, podzol, podzol soil (en) - rutilo - evaporite (en) - praiaάμμος, ακρογυαλιά, αμμουδιά, παραλία - scheelite (en) - xisto - oil shale (en) - esteatiteστεατίτησ - espinel, espinela - spodumene (en) - stibnite (en) - strontianite (en) - thortveitite (en) - tridymite (en) - pechblenda - vanadinite (en) - idocrase, vesuvian, vesuvianite (en) - volframiteβολφραμίτησ - blendaσφαλερίτης - zinnwaldite (en) - zirconitaζιρκονίτησ - cenozoico (es) - cuaternario (es) - holoceno (es) - pleistoceno (es) - terciario (es) - plioceno (es) - mioceno (es) - oligoceno (es) - eoceno (es) - paleoceno (es) - mesozoico (es) - cretázico (es) - jurásico (es) - triásico (es) - paleozoico (es) - pérmico (es) - carbonífero (es) - devónico (es) - siluriano, silúrico (es) - ordovícico (es) - precámbrico (es) - proterozoico (es) - arcaico (es) - γεωλογική περίοδος - glaciação, idade do geloEποχή των παγετώνων, εποχή των παγετώνων[Domaine]

-