Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

empresárioθεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγός - auxiliar, empregadoβοηθός, εργαζόμενος, υπάλληλος - testemunha ocularαυτόπτης μάρτυρας - trabalhador - objector de consciênciaαντιρρησίας συνείδησης - cónjuge, esposa, esposo, marido, mulherγυναίκα, η σύζυγος, συμβία, σύζυγος - científico, cientistaεπιστήμονας - μισογύνησ - desempleado, parado (es) - empregadorεργοδότης - chulapo, chulapón, chuleta, chulo, compadre, fachenda, fachendista, fachendoso, fafarechero, fardón, farolero, figurón, papelón, pinturero, principote, vacilón (es) - delegado, embaixador, legado, núncio apostólicoέξαρχοσ, αντιπρόσωποσ του πάπα - participanteδιαγωνιζόμενος, -ον, -ουσα, συμμέτοχος, συμμετέχων - ταξιδιώτης - cristoχριστόσ - Leakey, Louis Seymour Bazett Leakey (es) - Μάτα Χάρι - maria-rapazαγοροκόριτσο - crasso, grosseiroαναίσθητος, εξόφθαλμος, ηλίθιος, χοντροειδής, χοντρόπετσος - cínico, ecínicoκυνικός - μεσσιανικόσ - conjugal family, nuclear family (en) - família grande - agregado familiarνοικοκυριό, οικογένεια, σπιτικό - populaçãoλαός, πληθυσμός - claqueμισθωτοί χειροκροτητέσ - fandom (en) - Caín (es) - candidatoαιτών, υποψήφιος - benfeitorευεργέτης - plebeuκοινός θνητός - comunicador, transmissorεπικοινωνών - cobardeφοβητσιάρης, φοβιτσιάρης - criadorδημιουργός - guardião, protectorπροστάτης, υπερασπιστής, φύλακας - experto, peritoειδικός, εμπειρογνώμονας, εξπέρ, μετρ, σπεσιαλίστας - observadorπαρατηρητής - precursor - δουλεύτης, εργάτης, εργαζόμενος, υπάλληλος - governantaκηδεμόνασ - acusador, acusante - ás, especialista, virtuosoάσος, αστέρι, δεξιοτέχνης, ειδικός, πολύ καλός, φιλότεχνος - admiradorθαυμαστής, λάτρης - rapazνεαρός - adúlteroμοιχόσ - adúlteraμοιχαλίδα, μοιχαλίσ - adversária, adversário, antagonistaαντίπαλος, ανταγωνιστής - assessor, conselheiro, consultorσύμβουλος - advogado, defensorσυνήγορος, υπέρμαχος - agenteαντιπρόσωπος, μυστικός πράκτορας - αντιπρόσωπος λογοτεχνών - incitadora, instigadoraπροβοκάτορασ - agitadorταραχοποιός - albino, albino/albinaλευκίτησ - Ali Baba (en) - financiadorυποστηρικτής, χρηματοδότης - aprendiz, estagiárioμαθητευόμενος - filho da putaκάθαρμα, πρόστυχος - tia, titiθεία, θείτσα - οικιακή βοηθόσ - autoridadeαυθεντία - mecánico (es) - ayah (en) - cavalheiro hindu, senhor - bebé, infante, pequeninoνήπιο, νεογνό, πολύ μικρό παιδί - ama, babá, babysiter, baby-sitterμπέιμπι σίτερ, φύλακασ νήπιων - malo (es) - depositário, fiadorθεματοφύλακασ - criançaπαιδίο - recogepelotas (es) - begumeμπεγκούμ - mulher belaκαλλονή, ωραία γυναίκα - melhor amigo - Big Brother (en) - intolerante (es) - figurão, mandachuva, pessoa importante, pessoa influenteσπουδαίο πρόσωπο - intelectualóideγυναίκα διανοούμενη, λόγια γυνή - barqueiroβαρκάρης - alugadorμισθωτής - leão-de-chácaraευταξίασ ποτοπολείου - baixinho, catatau, fedelho, garotinho, garoto, guri, infante, mancebo, menino, mocinho, moleque, petitinho, petiz, piquiticu, pivete, rapaz, rapazinho, rapazoteαγόρι, νεαρός, παιδί, παλικαράκι - amanteαγόρι, εραστής - arrimo de família, sustento - companheiro, compincha, íntimoπαλιόφιλος, στενός φίλος, φιλαράκι - indivíduo, pessoa intrometidaαλλοτριοπραγμών, ανακατωσούρησ - maître, maître d'hôtelαρχιυπηρέτησ, μπάτλερ, οικονόμοσ - espectadorαπλός θεατής - cadeteδόκιμος, μαθητής στρατιωτικής σχολής - calígrafa, calígrafoκαλλιγράφος - portadorκομιστής, φορέας - defensorυπέρμαχος, υπερασπιστής - primeiro-ministroγραμματέας - excêntricoπροσωπικότητα - falador, tagarelaπολυλογάς - somítico - criança, menor, menor de edade, miúdoανήλικος, γιος ή κόρη - criança, filha, filho, menina, meninoπαιδί, τέκνο - bebé, bebêβρέφος, μωρό, παιδί - choragus (en) - chupador, sugadorκαρόιδο, χάνος - zé-ninguémένα τίποτα, ασήμαντο πρόσωπο - lavadorκαθαριστής - moçaκόρη - giganteγίγαντας, τιτάνας - vereadorσύμβουλος - concubinaδεύτερη σύζυγος, παλλακίδα, παλλακίσ - διασύνδεση - conhecedor, entendido, experto, juiz, peritoγνώστης, ειδήμων, ειδικός, κπ. που έχει την ικανότητα να κρίνει, κριτής - imitador, macaquiceμιμητής - redator, redatora publicitária - bruja, vaca (es) - criatura, pessoa, serάτομο, πλάσμα - άπειρος, αρχάριος, νεοφερμένος - lobinhoλυκόπουλο, νεαρός πρόσκοπος - conservador, curadorέφορος μουσείου - guarda, guardiãoφύλακας - bionic man, bionic woman, cyborg (en) - cínico, ecínico, pessoa que vê defeito em tudo, sujeito críticoκυνικός - pai, papá, papaiμπαμπάς, πατέρας - impetuosoάνθρωπος θερμοκέφαλος - filhaθυγατέρα, κόρη - caluniadorδυσφημητήσ, συκοφάντησ - demagogoδημαγωγόσ - cortesana (es) - andarilho, seguidorπηγαίνων - caluniador, depreciador, detratorδυσφημιστήσ - abogado del diablo (es) - diaristaημερολογιογράφοσ, χρονικογράφοσ - discriminadorδιευκρινιστήσ - dissidenteαντικαθεστωτικός, αντιφρονών - divorciadaζωντοχήρα - agente duploδιπλός πράκτορας - viúva dotadaαξιοπρεπήσ κυρία, χήρα, χήρα κληρονόμοσ - escavadeira mecânica, máquina de escavarεργάτησ δημόσιων έργων, εργάτησ εισ δημόσια έργα, σκαφτιάσ - burro - ganhador - ectomorph (en) - ególatra, egotista - emancipador, libertador - emigranteαπόδημος, μετανάστης, ξενιτεμένος - emissário, enviadoαπεσταλμένοσ - sedutora, tentadoraδελεάστρια, ξεμυαλίστρα - estetaωραιολάτρησ - eunucoευνούχοσ - excelênciaεξοχότητα - usuário, utilizador, użytkownik - paiδημιουργός, ιδρυτής - πεθερόσ - chica, chiquita, chiquitina, niña (es) - cineastaπαραγωγός - açoitador, caça-moscas, pedigoto, perdiz nova, pessoa petulanteεπιπόλαιο κοράσιο, επιπόλαιο κορίτσι, μυγοσκοτώστρα, νεοσσόσ, πουλάκι - adulador, lisonjeiroκόλακας - estrangeiroαλλοδαπός, ξένη, ξένος - freelance - lixeiroσκουπιδιάρης - gueixaγκέισα - tío, vejete (es) - autor, generador (es) - goliasγολιάθ - gigolôΑλφονσος, ζιγκολό, συνοδόσ υπό πληρωμή, συντηρούμενοσ από γυναίκα - garota, jovem senhora, menina, moça, raparigaδεσποινίς, κοπέλα, κοπελιά, κορίτσι - Girl Scout (en) - βαφτισιμιά, βαφτισιμιός, βαφτιστήρα, βαφτιστήρι - afilhada - afilhado - galanteador, mulherengo, pessoa inútil - bueno (es) - samaritanoσαμαρείτησ - gobernador general (es) - coveiroνεκροθάφτης - tio-avô - griot (en) - fan (es) - alabardeiro - burro - amador de bricolage, faz-tudo - enforcer, hatchet man (en) - chapeleiroκαπελάς - chefeεπικεφαλής, προϊστάμενος, πρόεδρος - chefe de Estadoαρχηγός κράτους - auditório, ouvinteακροατήσ - cateto, paleto, palurdo (es) - comilão, glutão - anfitrião, hóspede, hospedeiroοικοδέσποινα, οικοδεσπότης - dona de casa, dona-de-casaγυναίκα, νοικοκυρά - humanitárioφιλάνθρωποσ - iconoclastaεικονοκλάστης, εικονομάχοσ - asno, besta, burro, convencido/tolo, cretino, cú, estúpido, idiota, imbecil, jumento, palerma, parvo, toloανίκανος, βλάκας, γάϊδαρος, διανοητικά καθυστερημένος, ηλίθιος, ιδιώτης, κουτός, μικρόνους, χαζός, χοντροκέφαλος - burro, estúpido, ignoranteαμαθήσ, βλάκασ - agitadorερεθιστήσ - amotinado, rebelde, revoltoso, revolucionárioεπαναστατημένος, στασιαστής - intruso, invasorεισβολέας, καταπατητής, παραβάτησ, παρείσακτος - invasorεισβολέας - pau pra toda obra - porteiroεπιστάτης, θυρωρός - infeliz, pessoa que traz má sorteγρουσούζησ, ιώνασ - Jr. - capitoste, mandamás, papacote, pez gordo (es) - parenteοικογένεια, σόι - sabichão«ξερόλας», παντογνώστης, πολύξερος - elemento estranho, suplenteπαράταιρο στοιχείο - trabalhador, trabalhador manual - raparigaκορίτσι - retardatário - ο μη ειδικός - salva-vidasναυαγοσώστης - faroleiro - μικρή αδερφή - sentinela, vigiaπαρατηρητής, σκοπός, φρουρός - desfavorecido, freguês, patinhoάνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αδύνατος - estúpidoαγροίκος, χοντράνθρωπος - estrela, notabilidadeπροσωπικότητα, σπουδαιότητα, φωστήρ, φωστήρασ, φωτοβόλο σώμα, φωτοδότησ - light (en) - gatuno, ladrão, larápioενεδρεύων - mãe, mamA, mamã, mamãeμάνα, μαμά, μητέρα - máquina (es) - mordomoαρχιοικονόμοσ - άντρας - άνδρας - man (en) - adônisαδώνησ, αστεροειδήσ αδώνησ - homemάνθρωπος - homem - cão que ladra não morde, disciplinadorηθικολόγος - mestreδάσκαλος, καθηγητής, μάστορας, τεχνίτης - afiliado, socio (es) - estafeta, guia, mensageiroαγγελιαφόρος, αγγελιοφόρος, απεσταλμένος, μαντατοφόρος, ξεναγός, συνοδός ομάδας τουριστών - portador - Dago, metic (en) - aspirante de marinha - miles gloriosus (en) - misantropoμισάνθρωποσ - senhorκύριος - modeloήρωας, μοντέλο, πρότυπο, υπόδειγμα - Monsieur (en) - agente funerário, cangalheiro, gerente de casa funerária, papa-defuntoεργολάβος κηδειών - madre política (es) - μουζίκοσ, ρώσσοσ χωρικόσ - homónimoσυνονόματος - contador, narradorανιστορητής, αφηγητής, αφηγητής ιστορίας - obstrucionistaματαιώτησ - recém-chegadoνεοφερμένος - avarento, avaro - noctámbulo (es) - parvo, pessoa simplóriaαμερικανάκι, κουτορνίθι - aprendiz, iniciante, novato, noviço, principianteαρχάριος, δόκιμος μοναχός, πρωτάρης - νυμφίδιο - carroza, pureta, purili, tarra (es) - manipulador, operadorαυτός που χειραγωγεί και εκμεταλλεύεται τους άλλους, χειριστής - opiómano (es) - oculista, ótico - oradorρήτορας - doctrino, guacho (es) - páriaαπόβλητος, απόκληρος, παρίας - feitor, supervisorεπιστάτης - dono, possessor, possuidor, proprietárioιδιοκτήτης, κάτοχος - pai/mãeγονιός, κηδεμόνας - diputado (es) - chica de compañía (es) - padrino, patrocinador (es) - santo padroeiroπολιούχος, προστάτης άγιος - bárbaro, grosseirãoαγροίκος, βάρβαρος άνθρωπος - cagatintas, chupatintas, tagarote, tinterillo (es) - perfeccionistaπερφεξιονιστής, τελειομανής - πείθων - fariseu - filantropoαλτρουιστής, φιλάνθρωπος - companheiroφίλος από τα παιδικά χρόνια - pornógrafoπορνογράφος - clínico, médico, trabalhadorεπαγγελματίασ - απατεών, μπαγαποντιά - antecessor, precursor, predecessorπροκάτοχος, πρόδρομος - πρόεδρος, πρόεδρος της δημοκρατίας - director, presidência, presidenteθέση προέδρου, πρόεδρος - Príncipe Azul (es) - processor (en) - profissionalεπαγγελματίας - proletário, trabalhadorεργάτης - prostituta, puta''colloquial:'' πουτάνα, ιερόδουλη, πουτάνα, πόρνη, πόρνος, τσουλί, τσούλα - falar - pigmeuπυγμαίος - sofistaλεπτολόγοσ, φιλόψογοσ - raridade - campesino blanco (es) - reparador, técnicoεπιδιορθωτής - representanteεκπρόσωπος - investigador, pesquisadorερευνητής - reformado - braço direitoέμπιστος - competidor, concorrência, desafiador, rivalαγωνιζόμενος, αμφισβητίας, αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνισμός, ανταγωνιστής, διεκδικητής, υποψήφιος - malandrete, vigaristaαγύρτησ, απατεώνας, κατεργάρης - companheiro de quartoσύνοικοσ - tronco de couveμικρόσωμο ζώο, νάνοσ, νανώδεσ ζώο - tabu, vaca sagradaταμπού - Pai Natal, Papai Noel - sátrapaσατράπης - difamador, maldizente, mexeriqueiroδιαδίδων σκάνδαλα, κουσκουσούρησ, κουτσομπόλησ - bode expiatórioαποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα - escolar, pupila, pupiloμαθήτρια, μαθητής - alumna, colegiala, escolar (es) - decalcador, descobridor, guia, pesquisadorευρίσκων τον δρόμο - Sea Scout (en) - μυστικός πράκτορας - septuagenário, setuagenáriaάτομο ηλικίας μεταξύ 70 και 79 χρόνων - colonoάποικος - shiksa, shikse (en) - agulheiro, sinaleiroδιαβιβαστής, σηματωρός - simplórioαγαθιάρης, χαζός - senhor, Sirκύριε - irmA, irmã, muito obrigada, muito obrigadoαδερφή - alvo fácilεύκολος στόχος - ακροβοληστήσ - trabalhador especializado, trabalhador qualificadoεξειδικευμένος εργάτης - criadaδούλα - mandriãoλουφαδόρος, φυγόπονοσ - escravo, viciada em trabalhoμοχθών, υποτακτικός - sonâmbuloυπνοβάτης - anjo, beleza, formosura - filhoαγόρι - homem de experiênciaπερπατημένος - locutorομιλητής - espectador, vigiaθεατής - Fungi, fungus kingdom, kingdom Fungi (en) - pessoa irascível - desmancha-prazeresκαταθλιπτικός, ξενέρωτος - porta-vozεκπρόσωπος - voz - parte interessada - dobro, substitutoαναπληρωτής, αντικαταστάτης, ενισχύσεις, εφεδρικές δυνάμεις, υποκατάστατο, υποκατάστατος - noraπρογονή, προγονός - a, enteada, enteadoπαραγυιόσ, πρόγονοσ - estranhoάγνωστος, άλλος, ξένος - prostituta, puta, vadia - homem macho, machãoάντρακλας - subordinadoκατώτερος, υφιστάμενος - sucessorδιάδοχος - mãe-substitutaγυναίκα που κυοφορεί το παιδί κάποιας άλλης, δανεική μητέρα - superviviente (es) - sobreviventeεπιζών - puxa-saco, sicofantaσυκοφάντησ, χαμερπήσ κόλαξ - estratega, tácticoέμπειρος σε θέματα τακτικής - filão, parasita - mandante - compañero de equipo (es) - técnico (es) - interino - tentadorπειρασμός, πλάνος - diabrete, flageloμάστιγα, φόβος και τρόμος - pelleja (es) - criança que começa a andar, criancinhaνήπιο, πιτσιρίκι - torcionárioβασανιστής - estagiário, pessoa em treinamentoεκπαιδευόμενος - vagabundoαλήτης - reship, transfer, transferee (en) - desordeiro, gerador de conflitosμπελαλής, ταραξίασ, ταραχοποιός - datilógrafoδακτυλογράφοσ - patinho feio - putoαλητάκι, χαμίνι - utilizadorχρήστης - guia, porteiroξεναγός, ταξιθέτης - cartão do dia dos namorados, namoradoη αγαπημένη, ο, ο αγαπημένος - vegetariano estricto (es) - dignitário, figuraαξιωματούχος, πολύ σημαντικό πρόσωπο - εθελωντήσ φρουρόσ - patife, vilãoπαλιάνθρωπος - visitaεπισκέπτης, καλών - raposaαλεπού, αλουπού, δύστροπη γυναίκα, θηλειά αλώπηξ, θηλυκή αλεπού, στρίγγλα - mirãoηδονοβλεψίασ - lavadeiraπλύστρα - beberrão, farristaγλεντών - guardaφρουρός ασφαλείας - ama, ama de leiteτροφός - viúvaχήρα - viúvoχήρος - senhora, senhora dona, SraΚα, κυρία - mulher - γυναίκα - mulherengo, namorador, paquerador, provocadorγυναικάς, μουρντάρησ - wonder woman (en) - fabricanteεργάτησ, κατασκευαστήσ - campónioβλάχος, επαρχιώτης, χωριάτης - άνθρωπος - jovem, rapazνέος, νεανίσκος, νεαρός, παλληκαράκι - yuppieγιάπης - zoo keeper (en) - Boone, Daniel Boone (es) - Brigida (es) - CristóvãoΧρήστος, Χριστόφορος - Edison, Thomas Edison (es) - Fulton, Robert Fulton (en) - Leakey, Mary Douglas Leakey, Mary Leakey (en) - Leakey, Richard Erskine Leakey, Richard Leakey (en) - Nossa SenhoraΠαναγία - Naomi, Noemi (en) - Patrick, Saint Patrick, St. Patrick (en)[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼