Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

κληματαριάcenador, enramada, glorieta, pérgola - αγροκαλλιέργεια, καλλιέργεια, καλλιέργεια γηςcultivo - μελισσοκομία, μελισσοτροφίαapicultura - αγροκαλλιέργεια, αγροτική οικονομία, γεωργία, διαχείρισηagricultura, explotación, ganadería, gestión de la agricultura y el ganado, granjería, labranza - κτηνοτροφίαcría de ganado - δενδροκομίαarboricultura - γεωπονική, κηπευτική, κηπουρική, φυτοκομίαcultivo de plantas, horticultura, jardinería - υδροπονίαhidroponía - agricultura de subsistencia - market gardening (en) - ανθοκαλλιέργεια, ανθοκομίαfloricultura - φέρω - παράγωcrecer, producir - hocino, podadera, podón - αγρόκτημα παραγωγής γαλακτοκομικών, γαλακτοκομείο, γαλακτοπαραγωγική φάρμα, γαλακτοπωλείοgranja lechera, lechería, vaquería - αγρόκτημα, υποστατικό, φάρμαcortijo, estancia, explotación agrícola, finca, granja, hacienda, heredad, labranza, masada, masía - παρτέριarriate, macizo de flores, parterre, terraza - οπωρώνας, περιβόλι με οπωροφόραhuerto, vergel - λαχανόκηποσhuerta, huerto - χοιροστάσιοgranja porcina, pocilga, zahúrda - υνίοarado, reja - βραχόκηποςjardín de rocalla - rosaleda - αλωνιστήςdesgranadora, trilladora, trillo - αμπέλι, αμπελώναςviña, viñedo - αγρονομίαagronomía - collective farm (en) - κιμπούτςkibbutz, kibutz - kolkhoz (en) - κομμάτι γης, οικόπεδοbancal, era, parcela, trecho - γεωπόνος, καλλιεργητήςagrónomo, cosechero, cultivador, cultivadora, ingeniero agrónomo, plantador, plantadora - αγρονόμοσagrónoma, agrónomo - μελισσοκόμος, μελισσόκομοσapicultor, apicultora, colmenero - κτηνοτρόφοσcriador - quesera - αγρότης, ιδιοκτήτης φάρμας, κτηνοτρόφοςagricultor, campesino, cultivador, granjero, labrador, ranchero - φελλάχησ - franklin (en) - gaucho - αιγοβοσκόσcabrera, cabrerizo, cabrero, guardacabras - βοσκός, κτηνηλατήσcabañero, ganadero, pastor - κηπολόγοσ, φυτοκόμοσhorticultor - σπιτονοικοκυρά, σπιτονοικοκύρηςama, arrendador, casera, casero, dueña, dueño, patrona, propietaria, propietario - θεριστήσaparcero, chacarero - θερισμός, σοδειά, συγκομιδή, τρύγοςcosecha, cultivo, esquilmo - planta de raíz comestible - chacra, microfundio, minifundio, parcela - chestnut-bark disease, chestnut blight, chestnut canker (en) - fire blight, pear blight (en) - αρρώστια φυτώνfitopatología - enfermedad del olmo - yellow dwarf (en) - ωριμότησ, ωριμότηταmadurez, sazón[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼