Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

δωρική, δωρικόσdórico - Tuscan (en) - σφαγείοdegolladero, desolladero, matadero, rastro - ΑκρόποληAcrópolis - υπόστεγο αεροσκαφών, χώρος συντήρησης αεροσκαφώνhangar - aeroestación - πολυκατοικίαedificio de apartamentos, inmueble - μελισσοκομείοabejar, colmenar - bank, bank building (en) - φρούριο πόληςalcazaba, alcázar, baluarte, bastión, ciudadela - εκκλησία ναυτικών, ιερόcapilla para marinos, templo no conformista - ξύλινο φρούριοblocao, fortín - κτήριο, κτίσμα, οικοδόμημαconstrucción, fábrica, inmueble - αρένα, αρένα ταυρομαχίαςarena, coso, plaza de toros, redondel, ruedo - estación de autobuses, terminal de autobuses - χάνι για καραβάνιαcaravanera, caravansar, caravansaray, caravasar - casern (en) - ελβετικόσ οικίσκοσ, καλύβα βοσκού, ξύλινο σπιτάκι, σαλέbungalow, chalé, chalet, chalet alpino - δημαρχείοalcaldía, ayuntamiento, casa consistorial - έδρα συλλόγου, λέσχηcasa de recreo, chalé, chalet, círculo, local del club - περιστερώναςaprisco, redil - casa de campo, casal, casería, caserío, chalé, chalet, cigarral, cottage, finca, pazo, quinta, quinto, torre, villa - boyera, boyeriza, establo, vaquería, vaqueriza, vaquerizo - dacha (en) - corredor - κοιτώνας, οικοτροφείο, φοιτητική εστίαcasa de estudiantes, colegio mayor, dormitorio, dormitorio común, residencia, residencia de estudiantes - πυροσβεστικός σταθμός, σταθμός πυροσβεστικήςparque de bomberos - belvedere, cenador, glorieta, pabellón, quiosco - σιταποθήκηalfolí, almacén, cilla, granero, hórreo, pósito, troj - σέραestufa, estufa caliente, invernáculo, invernadero, plantel, veranda, vivero - ξενώνας, πανσιόνcasa de huéspedes, HR, pensión - αίθουσα της φήμηςpasilio de gloria, salon de gloria - ερημητήριοermita - hogan (en) - ξενώναςfonda, hospedería, hostería, mesón, parador, posada, taberna - fábrica de hielo - iglú, iglúes - σκωτική εκκλησίαiglesia - κρέμλινοkremlin - palafito, vivienda construida sobre estacas, vivienda lacustre - alpende, cobertizo, tejadillo - κτίριο βιβλιοθήκης - ξύλινη καλύβα - casa solariega - μιναρέςalminar, minarete - υπουργείοministerio - μουσουλμανικός ναός, τέμενος, τζαμίaljama, mezquita - όπεραópera - βοηθητικό κτίσμαaccesoria, anejo, anexo, dependencia - αποχωρητήριο, βοηθητικό κτίριο, υπόστεγοmeadero, servicio exterior - παγόδαpagoda - κατοικία εφημέριου, πρεσβυτέριοcasa del cura, casa del párroco, casa del pastor, rectoría, vicaría - ΠαρθενώναςPartenón - οίκος του Θεού, τόπος λατρείαςlugar de culto - Ασφάλεια, αρχηγείο αστυνομίας, αστυνομία, αστυνομικό τμήμα, γενική διεύθυνσηcomisaría, jefatura de distrito - post and lintel (en) - πρεσβυτέριοcasa parroquial, presbiterio - μπαρ, μπιραρία, παμπbar, cervecería, pub, taberna, tasca - σιδηροδρομικός σταθμόςapeadero, estación - urbanización - garita de señales - silo - rascacielos - συναγωγήaljama, sinagoga - πύργοςtorre - δημαρχείοayuntamiento, casa consistorial, consistorio, municipio - vacation home (en) - μπορδέλο, οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείοbulín, burdel, canaca, casa de citas, casa de prostitución, casa pública, lupanar, mancebía, meublé, mueblé, prostíbulo, putería, tumbadero - δερμάτινη σκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ερυθροδέρμωνtepe, tienda india, wigwam - Westminster Abbey (en)[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼