Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

αμάξι, αυτοκίνητοarmatoste, auto, automóvil, buga, cacharro, cafetera, carricoche, carro, coche, máquina, tequi, turismo - σκέλος, στάδιοetapa - κενοτάφιο, κενοταφίοcenotafio - ταξίδιdesplazamiento - διαδρομήde viaje, recorrido, trayecto, viajar, viajes - οδύσσειαodisea - γύρος, διαδρομή, επίσκεψη αξιοθεάτων, κυκλική διαδρομή, περιήγηση, τακτική περιοδείαcircuito, excursión, recorrido, turismo, viaje, vuelta - grand tour (en) - on the road, on tour (en) - ταξίδιtravesía, viaje - ιστιοπλοΐα, κάνω ιστιοπλοϊα, κάνω κρουαζιέρα με κότερο, ταξίδι αναψυχής με γιοτbalandrismo, canotaje, deporte de la vela, navegación, vela - γυμνισμόςdesnudismo, naturalismo, naturismo, nudismo - διαμονή, παραμονήestancia, interrupción, permanencia - κατασκήνωσηacampada, campamento, camping, cámping - ενδιάμεση στάση, ενδιάμεσος σταθμόςescala, parada - κλείσιμο θέσης, κράτησηregistro, reserva, reservación, venta anticipada - κάνω, κάνω ωτοστόπ, ταξιδεύω, ταξιδεύω με οτοστόπbola, bote, dedo, hacer autoestop, hacer auto-stop, hacer dedo, Honduras, ir a dedo, pedir botella, pedir chance, pedir cola, pedir jalón, pedir ride, pon, raid, viajar a dedo, viajar en autoestop, viajar en auto-stop - ακομπανιάρω, συνοδεύω, συνταξιδεύω, συντροφεύωacompañar - visitar - κάνω κράτηση, κρατώ θέση - aeroestación - βαλίτσαbolsa de viaje, fin de semana, valija, velís - αποσκευές, αποσκευήequipaje, petaca - ταυρομαχίαbecerrada, corrida, corrida de toros, lidia - estación de autobuses, terminal de autobuses - βενζινάδικο, πρατήριο βενζίνηςbencinera, bomba, estación de gasolina, estación de servicio, gasolinera, gasolinería, grifo - ελικόπτεροautogiro, helicóptero - μνημείοmonumento, monumento conmemorativo - ζωολογικός κήποςcasa de fieras, jardín zoo, jardín zoológico, parque zoológico, zoo, zoológico - μουσείοmuseo - γείσο, γείσωμα, μαρκίζα, περίπτεροcaseta, cenador, pabellón, quiosco, templete, vestuario, vestuarios - πυραμίδα, πυραμίδα της Αιγύπτου, πυραμίςpirámide - σιδηροδρομικός σταθμόςapeadero, estación - τροχόσπιτο - μουσείο επιστημώνmuseo científico - πρατήριο-συνεργείοestación de servicio, gasolinera - κεντρικό κτήριο αερολιμένα, σταθμός μεταφορών, τερματικό, τερματικός σταθμόςterminal - exotismo - itinerary, travel plan (en) - άποψη, θέαpanorama, vista - campo, fondo - κάμπιγκ, χώρος κατασκήνωσηςcampamento, camping, cámping - εθνικό πάρκοparque nacional - πάρκοreserva natural - νεαρός υπηρέτηςbotones, mozo - guía - αεροσυνοδόςaeromoza, auxiliar de vuelo, azafata, azafata de avión, camarera - εκδρομέας, επισκέπτης αξιοθεάτων, περιηγητής, τουρίσταςexcursionista, turista, veraneante - παραθεριστήσturista, vacacionista, veraneante - θαλασσοπόρος, ταξιδευτής, ταξιδιώτηςnavegante, viajero[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼