Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

Fähre, Fährschiffοχηματαγωγό πλοίο, φέρι-μποτ, φεριμπότ - achtern, hinternεπί τη πρύμνη, προσ την πρύμνη, όπισθεν - der Flugzeugträger, Flugzeugträger, Landungsbootαεροπλανοφόρο - antifouling (en) - Archeκιβωτόσ - Binnenschiff, Kahn, Plattbodenboot, Rheinkahn, Schleppkahnβάρκα - Segelboot, Segelschiff, Seglerμυοδρόμωνασ, τρισίστιο πλοίο - batiscafo (es) - Schlachtschiffθωρηκτό - embarcación (es) - Frachter, Handels-..., Handelsschiffαεροσκάφος που μεταφέρει φορτίο, εμπορικό πλοίο, φορτηγό πλοίο - πρόβολος - Brücke, Kommandobrückeγέφυρα πλοίου - είδοσ ιστιοφόρου - Ausflugsdampfer, Jacht, Vergnügungsdampfer, Yachtκρουαζιερόπλοιο, σκάφος αναψυχής - Kajak, Kanu, Paddelbootκανό, μονόξυλο - Frachter, Frachtschiff, Lastschiff, Trampschiffφορτηγό πλοίο - carack, carrack (en) - Auslegerboot, der Katamaran, Katamaranδίγαστρο, καταμαράν, σκάφος καταμαράν - catboat (en) - Kreisschwert, Schwert - brazola (es) - Rose, Windrose - Containerschiff - ελαφρά λέμβοσ - Korvetteκορβέτα, πλοίο, ταχύ πλοίο - Ausguck, Krähennestπαρατηρητήριο, σκοπιά στο οστό πλοίου - Kreuzfahrtschiffκρουαζιερόπλοιο - dhow (en) - Beiboot, Kahn, Ruderboot, Schlauchbootβάρκα πλοίου, κωπήλατη βάρκα, φουσκωτή βάρκα - μονόξυλο - fantail (en) - Feluke - fireboat (en) - Flugdeck - forestay (en) - Galeone, Galione, Galleone - granny, granny knot (en) - Kanonenbootκανονιοφόρος - buque hospital (es) - Hovercraft, Luftkissenfahrzeugαερόστρωμνο όχημα - Rumpfσκαρί, σκελετός πλοίου - Ketschδικάταρτο πλοίο - Liberty ship (en) - Rettungsbootσωσίβια λέμβος - Hochseeschiff, Linienschiffπλοίο ή αεροπλάνο της γραμμής - Barkasse, Wikingerbootμεγαλύτερα λέμβοσ πλοίου - Loggerπλοίο με τετράπλευρα ιστία - navío (es) - Hafen, Jachthafen, Marina, Yachthafenμαρίνα - Mayflower (en) - Minenjagdboot, Minenräumboot, Minensuchbootναρκοσυλλέκτησ - oar (en) - Öltanker, Tanker, Tankschiffβυτιοφόρο, δεξαμενόπλοιο, πετρελαιοφόρο - outrigger canoe (en) - Fahrgastschiff, Linienschiff, Passagierschiffπλοίο - patrullera (es) - Dolle, Rudergabelσκαλμόσ λέμβου - Periskop, Sehrohrπερισκόπιο - barco del práctico (es) - Poop, Poopdeckεπίστεγο - der Kai, Kai, Quaiαποβάθρα, προκυμαία - flat knot, reef knot (en) - buque de vela, yola (es) - Passagierschiff, Segelboot, Segelschiffιστιοφόρο - Sampan - Schulschiffεκπαιδευτικό πλοίο - ancla flotante (es) - Skiffλέμβοσ, σκάφοσ, σκίφ - δουλεμπορικό πλοίο - Beiboot, Flieboot, Schaluppeσλέπι - Echolot, Sonar, Sonargerätηχητικός εντοπιστής, σόναρ - Rennboot, Schnellbootταχύπλοο σκάφος - Raumfahrzeug, Raumschiff, Weltraumfahrzeug, Weltraumschiffδιαστημόπλοιο, επανδρωμένο διαστημόπλοιο - Dampfboot, Dampfer, Dampfschiffατμόπλοιο, βαπόρι - pigboat, sub, submarine, U-boat (en) - Oberbau, Überbauεποικοδομή, εποικοδόμημα, οικοδομή υπερ τησ γησ - missil tierra-aire (es) - Tenderλέμβοσ πλοίου, μεγάλη άκατοσ, πλοιάριο - αντιτορπιλικό, ναρκοβόλο, τορπιλλοβόλο - trimarán (es) - τριήρησ - Schleppdampfer, Schlepperρυμουλκό - Schiffκαράβι, ναυς, πλοίο, σκάφος - Kriegsschiff, Militärschiffπολεμικό πλοίο - Angewohnheiten, Relingναυπηγική κλίνη - ballenero (es) - Frontscheibe, Panoramascheibe, Scheibenwischanlage, Schutzscheibe, Windschutz, Windschutzscheibeαλεξήνεμον, παρμπρίζ - Besatzung, Crew, Mannschaftπλήρωμα - Bootsmannλοστρόμος - Rudergänger, Steuermannπηδαλιούχοσ λέμβου, τιμονιέρης - ναύτησ των α. ινδίων - einfache Matrose, Maat, Seebär, Seefahrer, Seemannναυτικός - der Handelskapitän, Kapitänαρχηγός ομάδας, καπετάνιος, κυβερνήτης, λοχαγός, πλοίαρχος - Dockarbeiter, Docker, Hafenarbeiter, Hafenarbeiterin, Schauer, Schauermann, Stauerλιμενεργάτης, φορτοεκφορτωτής - επιστάτησ φορτίου - Captain Kidd, Kidd, William Kidd (en) - Knoten[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼