» 

diccionario analógico

διαβίβαση, μετάδοση, μεταβίβαση - enroque - κίνηση, μετακίνησηexpresión corporal - μεταφόρτωσηtransbordo, trasbordo - άνοιγμα, εγκαίνιαapertura, inauguración - άνοιγμα - αποστέλλω, ξαποστέλνω, πέμπω, στέλνωa freír espárragos mandar a alguien, a paseo mandar a alguien, despachar, echar, enviar, expedir, mandar, remitir - δίνω, παραδίδω, παραδίδω κτ. σε κπ., παραδίνωdar, despachar, entregar, librar, repartir - τραβώarrastrar, tirar, tirar de - εκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζωdesplazar, mover - μεταφέρωembarcar, enviar, expedir, mandar, transportar - διευθύνω, κατευθύνω, μετακινώ κτ. με ταχύτητα, οδηγώ, προσανατολίζω, στέλνωdespachar, echar, expedir, remitir - διαβιβάζω, μεταβιβάζω, στέλνωenviar, hacer seguir, reenviar, reexpedir, remitir - μεταθέτω, μετατίθεμαι, μετατοπίζω, μεταφέρωcambiar, mudar, transbordar, transferir, transportar, trasladar, traspasar - διανέμω, κατανέμω, μοιράζωdistribuir, hacer circular, repartir - πασάρωentregar, pasar - απλώνομαι, απλώνω, ξετυλίγω, τεντώνομαι, τεντώνωdesdoblar, desenvolver, desplegar, distender, estirar, extender - desviar - μεταγγίζω κρασίabocar, decantar, echar, embrocar, escanciar, servir, transvasar, trasegar, trasvasar - άγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνωacarrear, adquirir, conducir, devolver, llevar, percibir, recibir, sacar, tomar, traer, transportar - μεταθέτω, μετακομίζωmudarse, trasladar - μεταβιβάζω - descargar - cargar, edificar, inspirar, subir - κουβαλώcargar, conducir, devolver, llevar, percibir, recibir - ciclo de nitrógeno[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼