Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

μηχανική, μηχανισμόςmecanismo - στροφαλοφόροσ άξωνárbol, árbol del cigüeñal, cigüeñal, eje cigüeñal - φράγμα ήχουbarrera del sonido - απαλείφω, διαγράφω, εξαλείφω, σβήνωanular, borrar, suprimir, tachar - αντλία, τρόμπα - επιβεβαιώνω - δείχνω, καταγράφωindicar, marcar, registrar - δείχνω, καταδεικνύω - γράφω, εγγράφω, ηχογραφώ, μαγνητοφωνώgrabar, grabar con magnetófono, registrar - δουλεύω - play (en) - solenoide, transmisor de fuerza - posquemador - κλιματισμός, μηχάνημα κλιματισμούacondicionador de aire, aconditionador, aire acondicionado, climatización, climatizador - αεραντλίαbomba de aire, bomba neumática, inflador - androide, humanoide - cambio automático - άξονας, ο άξονας της Γηςeje - ένσφαιροσ τριβέασ, ρουλεμάνapoyo de bolas, chumacera, cojinete, cojinete de bolas, juego, rodamiento de bolas - φυσερόfuelle - παλάμη κουπιού, προπέλαaspa, pala, paleta - καρούλι, μασούρι, μπομπίνα, ρολόbobina, bolillo, broca, canilla, canutillo, carrete, devanadera, devanador, huso, majadero, rollo - προωθητικός πύραυλοςmotor auxiliar de propulsión - tope - εκκεντροφόροσ άξονασárbol de levas - καρμπιρατέρcarburador - γύροςcírculo, corro, núcleo, recorrido, ronda, rueda, vuelta - μηχανισμός ρολογιού, ωρολογιακός μηχανισμόςmecanismo de relojería, relojería - ελεγκτής, μηχανισμός ελέγχουcontrol, controlador - cooling tower (en) - cruise control (en) - συνθλίβων, συντρίβωνmachaca, machacadora, moledor, moledora - cryostat (en) - cylinder head (en) - πίνακας επιλογής, ταμπλόdial - μηχανή ντίζελcoche diesel, diesel, gasoil, gasóleo, motor diesel - consolador - driveshaft (en) - bloque de motor - άγκυρα ρολογιούdisparador, escape - εξάτμιση, σύστημα εξάτμισηςtubo de escape - κάνουλα, κρουνός, ρουμπινέςespita, grifo - noria, noria gigante - aguja - τροχόσ κανονίζων την ταχύτηταvolante - Francis turbine (en) - αεροστρόβιλοσturbina de gas - κιβώτιο ταχυτήτωνcaja de cambio, caja de cambios, caja de cambios/velocidades, caja de cambios o de velocidades., caja de engranajes, caja de velocidades - αλληλοσύνδεση μηχανισμώνengranaje - γεννήτρια, ηλεκτρική γεννήτριαgenerador - γυροσκόπιοgiroscopio, giróscopo - θερμική μηχανή - hydraulic pump, hydraulic ram (en) - ανάφλεξηencendido, ignición, llave de contacto - inclined plane (en) - μηχανή εσωτερικής καύσηςcubierta de hielo, helado, hielo - μηχανή αεροπλάνουmotor de reacción, reactor - kick start, kick starter (en) - driven axle, driving axle, live axle, motorized axle, powered axle (en) - μηχανή, μηχανισμόςmáquina - μαγνητοηλεκτρικός μηχανισμόςmagneto - κύριο ελατήριοmuelle, muelle real, resorte - κινητήραςmotor - noria - bomba de aceite - εξωλέμβιοςfueraborda, fuera-borda, motor fueraborda, propela - παντογράφοσpantógrafo - έμβολο, πιστόνιchupón, émbolo, pistón - aro de pistón - cabezal, chiquitín, escálamo, muñequita - έλικας, προπέλαhélice, propulsor - engranaje de cremallera y piñon - radial engine, rotary engine (en) - είδοσ αεριωθούμενησ μηχανήσ - incline, ramp (en) - εμβολοφόρα μηχανή - ρυθμιστήραςregulador - τηλεχειριστήριοcontrol remoto, mando a distancia, telemando - retrocohete - διαστημόπλοιο, πύραυλοςcohete - rotating shaft, shaft (en) - βαλβίδα ασφαλείαςválvula de seguridad - turbina - seleccionador, selector - servo, servomecanismo - αμορτισέρ, εξουδετερώτησ τινάγματοσamortiguador - αναφλεκτήρας, μπουζίbujía - ακτίνα τροχούradio, rayo - στάτορ κινητήρα, στατικό πηνίοestator - ατμομηχανήmáquina de vapor - στρόφιγγαcanilla, caño, de paso llave, grifo, llave, llave de cierre, llave de paso, paja, pluma - antitorque rotor, anti-torque rotor, auxiliary rotor, tail rotor, vertical tail rotor (en) - disyuntor, interruptor - σύστημα μετάδοσης κίνησηςtrasmisión - στροβιλοφόρος κινητήρας, τουρμπίναturbina - turborreactor - βαλβίδαválvula - epitrochoidal engine, Wankel engine, Wankel rotary engine (en) - bomba de agua - ανεμοδείκτησgobierna, veleta - wedge (en) - rueda - wheel (en) - key, winder (en) - υαλοκαθαριστήρας, υαλοκαθαριστήςescobilla, limpiaparabrisas - μηχανολογίαingeniería mecánica - τριβήfricción, frotación, frotamiento, roce, rozamiento - αντίστασηresistencia - ignition (en) - έλλειψη, αδυναμία, ελάττωμα, ψεγάδιdefecto, desperfecto, fallo, falta, imperfección, lacra, tacha, tara - στροφή μηχανήσr.p.m., revolución, rpm[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼