Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

θεραπεύω, κουράρω, περιθάλπωcuidar, tratar - διανέμω, παρέχω, χορηγώadministrar, dispensar, repartir - βοηθώ , παρέχω βοήθεια, συντρέχωayudar - ανοσοποιώ, εμβολιάζωinmunizar, inocular, vacunar - baño de lodo - καυτηριάζωcauterizar - πρώτες βοήθειεςprimeras curas, primeros auxilios - αντιμετώπιση, επεξεργασία, θεραπεία, μεταχείρισηcura, curación, terapéutica, terapia, tratamiento, tratamiento curativo, tratamiento terapéutico, trato - hospitalización - θεραπεία - quimioterapia - corrección - terapia ocupacional - nursing care (en) - administration, giving medication (en) - κλύσμαclister, enema, lavativa - gastric lavage (en) - defibrillation (en) - φυσιοθεραπείαfisioterapia - aversion therapy (en) - ψυχανάλυσηpsicoanálisis, sicoanálisis - ακτινοθεραπείαirradiación, radioterapia - electrochoque, electroterapia, tratamiento por electrochoques - χειροπρακτικήquiromasaje - οστεοπαθητική, χειροπραξίαosteopatía - απολύμανσηdescontaminación, desinfección - βελονισμόςacupuntura - digitopuntura, shiatsu - autogenics, autogenic therapy, autogenic training (en) - ομοιοπαθητική, οποιοπαθητικήhomeopatía - υδροθεραπείαhidroterapia, termalismo - εμβολιασμός, ενοφθαλμισμόσinoculación, vacuna, vacunación - τεχνητή αναπνοήrespiración, respiración artificial - τεχνητή αναπνοή στόμα-με-στόμα, το φιλί της ζωήςrespiración boca a boca - τεχνητή γονιμοποίησηinseminación artificial - διακοπτόμενη συνουσίαarrancamiento, onanismo - γυμνισμόςdesnudismo, naturalismo, naturismo, nudismo - ακουόμετροaudiómetro - autoradiograph (en)[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼