Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

αλκαλικόςalcalino, básico - artificial additive, food additive (en) - πολύτιμος λίθοςalhaja, gema, joya, piedra preciosa - πούδρα, σκόνη, φαρμακευτική σκόνηpolvos - azúcar moreno, azúcar negro - ουσίαsustancia - υλικόmateria, material, materiales, substancia, sustancia - plastificador - πολυθένιοplástico, polietileno, politene - polivinílico - cinnamene, phenylethylene, styrene, vinylbenzene (en) - poliestireno - Styrofoam (en) - βακελίτησbakelita, baquelita - teflón - αιθανοϊκό οξύ, οξικό οξύácido acético - ακετόνη, ασετόνηacetona - αέριο ανθρακασβεστίου, αλκίνιο, ασετυλίνηacetileno, alquino - CFC, chlorofluorocarbon (en) - titania, titanic acid anhydride, titanic anhydride, titanic oxide, titanium dioxide, titanium oxide, titanium white (en) - λιπαντικό χώμαmarga - βουτάνιοbutano - ανθρακαέριο - άνθρακας, γαιάνθρακας, κάρβουνο, κοκ, λιγνίτης, λιθάνθρακας, ξυλάνθρακας, οπτάνθρακας, πετροκάρβουνο, τύρφηcoque - ντίζελdiésel, gasoil, gas-oil, gasóleo - φυσικό καύσιμο - μαζούτfuel, fuel-oil - αέριο, γκάζιgas - κηροζίνη, παραφίνηfuel, kerosén, kerosene, keroseno, querosén, queroseno - f, methanóli, μεθανόλη, μεθυλοπνεύμα, ξυλοπνεύμαmetanol - ποάνθρακαςturba - propano - ζωικό προϊόν - κόλλαcola, cola de pegar, engomado, engrudo, gluten, mucílago, pegamento - binder (en) - κόλλαadhesivo - κόλλα, μέτρημα μέγεθουσaparejo, apresto, encolado - απαγορευτήσbloqueante, inhibidor - αντιοξειδωτικόanticorrosivo, antioxidante - cuajo - αντιψυκτικόanticongelante - στάχτη - mineral wool, rock wool (en) - congo red (en) - bagasse (en) - ζυμωτική σκόνη, μπέικιν πάουντερ, τεχνητή ζύμηlevadura, polvo de hornear, polvos de levadura - decolorante - οξειδωτήσoxidante - αιθάλη, καπνιάcarbonilla, hollín, negro de humo, tizne - cofactor (en) - αγωγόςconductor - διηλεκτρικό, κακός αγωγός, μονωτήραςaislador, aislante, material aislador, material aislante, no conductor - ψυκτική ουσία, ψυκτικόlíquido refrigerante, refrigerante - αναθυμιάσεισexhalación, gas, humo, vaho, vapor - elastomer (en) - περιβάλλον, στοιχείοelemento, medio - αέρας - diatomaceous earth, diatomaceus earth, diatomeceaous earth, diatomite, fossil meal, infusorial earth, kieselguhr, kieselgur (en) - γη - αιθάνιοetano - emisión - effluvium (en) - contaminador, contaminante - λίπασμαabono, alimentación para plantas de tiesto, fertilizante - abono natural - furan, furane, furfuran (en) - υγραέριο - flint glass, optical flint (en) - γράσο, λιπαντικό, στιλβωτικό υλικόaceite, engrase, lubricador, lubricante, lubrificante - γράσοaceite lubricante, grasa - guano - ρητίνηresina - πίσσαalquitrán, brea, chapapote, pez - ανθρακοπίσσα - μελάνη, μελάνι - εντομοαπωθητικόrepelente de insectos - λατερίτησ - εύφορο έδαφοσ, παχύ χώμαarcilla, barro, marga - κίτρινη ασβεστώδησ λάσπηloess - βούρκος, γλίτσα, λάσπηbaba, cieno, fango, lama, légamo, limo, lodo, sustancia viscosa - φυσικό αέριοgas natural - gas oil (en) - πετρέλαιοcrudo, grosero, petróleo, tosco - βαφή, βαφική ύληcolor, tinte - bromophenol blue, bromphenol blue, tetrabromo-phenolsulfonephthalein (en) - bromothymol blue, bromthymol blue (en) - bromeosin, eosin (en) - fluorescein, fluoresceine, fluorescent dye, resorcinolphthalein (en) - βαφή, μπογιά, χρωστική ουσία, χρώμαpigmento - podsol, podsolic soil, podsol soil, podzol, podzol soil (en) - προπένιο, προπυλένιο - απομεινάρι, κατακάθι, υπόλειμμα, υπόλοιποresiduo - caucho artificial - evaporite (en) - haem, haemitin, hematin, heme, protoheme (en) - aceite de esquisto bituminoso - βαφή υποδημάτωνbetún, bola, crema - σκωρίαcagafierro, escombro, escoria, grasa, moco, tepetate, yegua - ablandador del agua, suavizador de agua - τολουΐνηtolueno - surface-active agent, surfactant, wetter, wetting agent (en) - ανθρακικόσ μόλυβδοσ, λευκό μόλυβδουalbayalde - xileno[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼