Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

seriamente - instantaneamenteακαριαία, στιγμιαία - extraεπιπλέον, επιπρόσθετος - antes, antigamente, previamenteάλλοτε, παλιότερα, προηγουμένως, προτού, πρωτύτερα, στο παρελθόν - compraαγορά - comprasαγορά, το να κάνει κπ. ψώνια, ψώνια, ψώνισμα - sucesión (es) - desapropriação, expropriaçãoαπαλλοτρίωση - subvención (es) - recentemente, ultimamente, utlimamenteπρόσφατα, τελευταία, τον τελευταίο καιρό - internacionalmenteδιεθνώς - aluguer, arrendamento, locaçãoενοικίαση - árbitro, juiz, juízaδιαιτητής, κριτής - embargo, restriçãoεμπάργκο - crítica, críticoκρίσιμος - globalmente, universalmenteσφαιρικά - pagávelπληρωτέος - levantar, subirαναρριχώμαι - acumular (es) - baldadamente, debalde, efeito, em vão, para nadaάσκοπα, ανώφελα, για το τίποτα, θετικό αποτέλεσμα, μάταια, μάταια,, όφελος - poupançaεξοικονόμηση, εξοικονόμηση π.χ. χρημάτων, οικονομία, φειδώ - extradição, extraditação/extradição?έκδοση, έκδοση εγκληματία - despedimento, exoneraçãoέκλυση, απαλλαγή, απόλυση, σχόλασμα - cancelamentoακύρωση, ματαίωση - bloquear, congelar (es) - de graça, grátis, gratuitamente, gratuitoδωρεάν, τζάμπα - estimado (es) - μισθολογική μείωση, περικοπή μισθού - de segurança estado social QUERYκράτος πρόνοιας - esgotamentoελάττωση, μείωση - έκπτωση - atrozmente, dolorosamente, gravemente, penosamente, severamente - acumulaçãoσυσσώρευση - φτώχεια - tope (es) - plantaçãoφυτεία - preço - colonialismoαποικιοκρατία - neocolonialismo - pensionistaσυνταξιούχος - rescate (es) - alargarδιευρύνω, επεκτείνω - δουλειά, εργασία, κάματος - graveσημαντικός - fraude (es) - κλείνω συμφωνία - indexación, indización (es) - Malthus, Thomas Malthus, Thomas Robert Malthus (es) - εκτροφή - κεφαλαιοποίηση - imediata, imediato, instantâneoάμεση, άμεσο, άμεσος, ακαριαίος, γρήγορος - atribuiçãoκατανομή - redistribución (es) - new deal (en) - racionamento - parte, porçãoμοιρασιά - filantropiaφιλανθρωπία - efectuação, transacçãoδιεκπεραίωση, δοσοληψία, συναλλαγή - international affairs, world affairs (en) - transferencia, transmisión, trasferencia, trasmisión (es) - transferência de bensμεταβίβαση ακινήτου - delivery, legal transfer, livery (en) - depósitoεγγύηση εμπορευμάτων, ενεχυρίαση εμπορευμάτων - lease-lend, lend-lease (en) - pagamentoαμοιβή, καταβολή, πληρωμή - compensatory spending, deficit spending, pump priming (en) - licença, permissãoάδεια - ξαναπαίρνω - coletivização - δασμολογώ - ayuda financiera (es) - empregoπρόσληψη - mobilizaçãoεπιστράτευση, κινητοποίηση, συσπείρωση - descentralizaçãoαποκέντρωση - desvencilhado, isentoτιμής ένεκεν - produtivo - infructuoso, infrutífero, vãoάκαρπος, μάταιος - nominal (en) - necessitado/endinheiradoσε κακή ή καλή οικονομική κατάσταση - confortávelοικονομικά άνετος - indigente, pobre - duro, falido, liso, quebrado, sem dinheiroαπένταρος - indigente, necessitadoάπορος, φτωχός - com muita falta de, sem um tostãoαπένταρος, είμαι αδέκαρος, μου έχει τελειώσει κτ. - mudar-seμεταθέτω, μετακομίζω - contribuir, levantarεισφέρω, συμμετέχω, συνεισφέρω - pagar adiantadoπροπληρώνω - compensar, remediarαναπληρώνω, αντισταθμίζω, αποζημιώνω, επανορθώνω - εξοφλώ, καταβάλλω, ξεπληρώνω, πληρώνω - pagarαποπληρώνω, εξοφλώ - εξοφλώ, πληρώνω - compensar, despedirαποζημιώνω, αποζημιώνω και απολύω, επανορθώνω - χάνω - virarαποφέρω, κατευθύνομαι, στρίβω - concorrer, oferecerπροσφέρω, υποβάλλω χρηματική προσφορά σε διαγωνισμό - depositar, registrarαποταμιεύω, καταθέτω - pedir emprestadoδανείζομαι, δανείζομαι κτ. - give (en) - prefer (en) - admitir, contratarπροσλαμβάνω - colectivizar - declare (en) - εγγράφομαι, εγγράφω - económicoοικονομικός - ergonómico (es) - derivado, produto derivado, subproduto, sub-produto - Keynesian (en) - εγκαταστάσεις - produçãoπαραγωγή - barco, nave, navioβάρκα, καΐκι, λέμβος, πλοίο, σκάφος - bonde, carro eléctrico, linha do eléctricoγραμμές του τραμ, τραμ - soma, totalάθροισμα, σύνολο - conmutabilidad (es) - déficit - pension account, pension plan, retirement account, retirement plan, retirement program, retirement savings account, retirement savings plan (en) - igualitarismo (es) - Malthusianism, Malthusian theory (en) - monetarism (en) - ergonomiaβιοτεχνολογία - economiaοικονομία, οικονομική επιστήμη - game theory, theory of games (en) - econometriaοικονομετρία - supply-side economics (en) - utilitarismoωφελιμίσμοσ - maoísmoμαοϊσμός - arbitration clause (en) - cartaκαταστατικό - Magna Carta, Magna Charta, The Great Charter (en) - patenteδίπλωμα ευρεσιτεχνίας, πατέντα - conta, factura, faturaλογαριασμός, τιμολόγιο - reciboαπόδειξη - συμβόλαιο - contrato laboral, convenio colectivo, convenio colectivo de trabajo (es) - contrato de trabalho - política económicaοικονομική πολιτική - fiscal policy (en) - control (en) - controle de preçosέλεγχοσ τιμών - base, floor (en) - proteccionismo - acordoσυμφωνία, συναίνεση, συνεννόηση - condiçãoσυμφωνία - συλλογική διαπραγμάτευση - εμπορικός κύκλος, επιχειρηματικός κύκλος - instituição financeiraοικονομικός οργανισμός - carreto, transportadora, transporteμεταφορέας - blocoάξονας, μπλοκ, συνασπισμός χωρών κτλ. με κοινά συμφέροντα - força de trabalho, mão de obra, mão-de-obra, trabalhadoresανθρώπινο, εργατικό δυναμικό - day shift, day watch (en) - movimento sindical, sindicatoένωση, αδελφότητα, εργατικό σωματείο - company union, entreprise union (en) - στόλος - capitalismoκαπιταλισμός, κεφαλαιοκρατία - industrialismoβιομηχανικό σύστημα - livre empresa - capitalismo de estado (es) - internacional, la Internacional (es) - nacional socialismo, nazismoεθνικοσοσιαλισμός, ναζισμός - economiaοικονομικός προγραμματισμός στο νοικοκυριό - fundaçãoίδρυμα - sociedade fiduciária - interiorενδοχώρα - intermediária, intermediário, medianeiroμεσάζοντας, μεσολαβητής - destinatário, liquidador, receptorαποδέκτης, δέκτης, εκκαθαριστής, παραλήπτης - destinatárioπαραλήπτης - banqueiroδιευθυντής τραπέζης, τραπεζίτης - beneficiárioδικαιούχος - quem pede emprestadoαυτός που δανείζεται κτ., δανειζόμενοσ, οφειλέτησ - broker-dealer (en) - devedor, devedoraοφειλέτης - drogomano, pescadorδιερμηνέασ - economistaοικονομολόγος - ministro da fazenda, ministro das finanças - υπουργόσ εξωτερικών - abonadora, fiadoraεγγυητήσ - intérpreteδιερμηνέας, μεταφραστής - arrendatário, rendeiroενοικιαστήσ, μισθωτήσ - Lord Chancellor, Lord High Chancellor (en) - υπουργός - sócioσυνέταιρος - estatístico, perito de estatísticaαναλογιστήσ, ασφαλιστήσ - caixa, contadorταμίας, ταμίας σε τράπεζα - tesoureiroταμίας - vice-presidenteαντιπρόεδροσ - John Maynard Keynes, Keynes (es) - J. P. Morgan, John Pierpont Morgan, Morgan (en) - domínio público - pertences, substância, tralhaάχρηστα αντικείμενα, αγαθά, ακίνητη περιουσία, μέσα, ουσία, περιουσία, υλικό, υπάρχοντα - propriedade pessoalκινητή περιουσία, προσωπική περιουσία - objetos de uso pessoalυπάρχοντα - coisasπράγματα, προσωπικά αντικείμενα - bem imóvel, ben imóvelακίνητη περιουσία - propriedade, terrasκτήμα, κτήματα, κτηματική περιουσία - campo, gleba, terra, terrenoέδαφοσ - νοικιασμένο - propriedade pública - terrasγη - dinheiro, numerárioλεφτά, χρήμα, χρήματα - renta nacional (es) - produto nacional brutoακαθάριστο εθνικό προϊόν - produto interno bruto - ayuda a los países en desarrollo (es) - bónusπρόσθετη αμοιβή - ajuste, rectificação, regulagem - despesa, gastoέξοδο, δαπάνη - disbursal, disbursement, expense (en) - custoέξοδα, αντίτιμο, δαπάνη, κόστος, τίμημα - capital expenditure, capital outlay (en) - pagamentoανταπόδοση, εξόφληση, πληρωμή - pagamentoαμοιβή, αποδοχές, απολαβές, κέρδη - salário mínimo - bonificación, descuento, rebaja (es) - compensaçãoαποζημίωση - pensão de alimentosεπίδομα διατροφήσ, τροφεία - payola (en) - juro, jurosμέρισμα, μερίδιο, τόκος - reembolso, reintegración, reintegro, rembolso (es) - vencimentoεισόδημα - restituiçãoαποζημίωση - emolumento, estipêndio, ordenado, remuneração, salário, soldoμισθός, μισθόσ κληρικού - prebenda, prebendado, prebendárioμισθόσ κληρικού - privilégio - gorjeta, gratificaçãoφιλοδώρημα - child support (en) - multa (es) - custo de vida - distribution cost (en) - custo de produção - price (en) - preço de venda, preço inicialτιμή πωλήσεωσ - preço de compraτιμή κτήσεωσ - opportunity cost (en) - οικονομική ζημιά - moral hazard (en) - DEG (es) - ασώματες ακινητοποιήσεις - investimentoεπένδυση - valor contábil - aventuraεγχείρημα - ασφάλεια, εγγύηση - depósito, entradaεγγύηση, προκαταβολή - hipotecaυποθήκη - garantiaεγγυητήσ, εγγύηση - extrato de conta - fundosοικονομικοί πόροι, χρήματα, χρηματοδότηση - créditoπίστωση - έλλειμμα ισοζυγίου - défice orçamental - limited liability (en) - dívidaχρέος - dívida interna, dívida públicaδημόσιο χρέοσ - abonaré, pagaré, vale (es) - empréstimo, empréstimo contraídoδάνειο, δανειοληψία, δανεισμός - χρέωση - registoαρχείο, πρακτικό - balança, equilíbrio, folha de saldoισολογισμός - balança de pagamentosισοζύγιο πληρωμών - conta correnteτρεχούμενος λογαριασμός - registoκατάλογος, μητρώο, πρωτόκολλο - conspicuous consumption (en) - consumoκατανάλωση, χρήση - demanda, procuraζήτηση - crescimento econômico - exponential decay, exponential return (en) - fornecimentoεφοδιασμός - ανταγωνισμός - relações comerciaisεπαγγελματική σχέση - σύνδεσμος - criseκρίση - autarciaαυτάρκεια - φερεγγυότητα - insolvênciaοικονομική δυσχέρεια - falênciaπτώχευση - propriedade - credit crunch, liquidity crisis, squeeze, tightening of money, tight money policy (en) - Μεγάλο Κραχ - pleno emprego - prosperidade - obligation (en) - gratidãoοικονομική δέσμευση, υποχρέωση, χρέος - debt (en) - opulênciaπλούτος, πλούτος: αφθονία, χλιδή - mamonaμαμμωνάσ, πλούτοσ - indigência, pobrezaανάγκη - exercício financeiroοικονομικό έτοσ - contrato de arrendamento[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼