» 

diccionario analógico

alone, entirely, exclusively, only, solelyαποκλειστικά - by hand - abruptly, dead, precipitously, short, suddenlyαπότομα, ξαφνικά - accidentally, inadvertently, involuntarily, unintentionally, unwittingly - mutely, silently, taciturnly, wordlesslyβουβά - leave, leave alone, leave behindαφήνω, αφήνω κπ. ήσυχο - in secret, on the Q.T., on the QT, secretlyκρυφά, μυστικά - rejectionαπόρριψη - individually, on an individual basis, one by one, separately, severally, singlyένας ένας, ξεχωριστά, χωριστά - glabrous, hairlessάτριχοσ, φαλακρόσ - placid, quiet, smooth, still, tranquil, unruffledήρεμος, ήσυχος - extemporaneously, extemporarily, extempore, unpreparedly, without preparation - bare-ass, bare-assed, in the altogether, in the buff, in the raw, naked as a jaybird, peeled, raw, stark nakedολόγυμνος, τσίτσιδος - noncommercial, nonprofit, non-profit, non-profit-makingόχι για κέρδοσ - solitarily - noiselessly, silently, soundlesslyαθόρυβα, σιωπηλά - stoicallyστωικώσ - unquestioningly - anarchic, anarchical, anarchist, anarchistic, lawlessαναρχικόσ - raw - implicit, silent, tacit, understood, unspokenσιωπηλόσ, σιωπηρόσ, σκωπηρόσ - stayδιαμονή, παραμονή - freeze, haltαλτ, στάση - teetotaling, teetotalism - fast, fasting, Lent - free - healthyγερός, υγιής - unsolicited, unsoughtανίκευτοσ, αυτοκολητόσ - legless - inactive, motionless, static, statical, stillήσυχος, ακίνητος, γαλήνιος, στατικός - unbleached, uncolored, undyedαλεύκαντοσ - open - complimentary, costless, free, gratis, gratuitous, groundlessτιμής ένεκεν - casual, chance - apolitical, unpoliticalαπολίτικος, απολιτικός - ad-lib, extemporaneous, extemporary, extempore, impromptu, offhand, offhanded, off-the-cuff, unprepared, unrehearsedαπροετοίμαστος, αυτοσχέδιος, εκ του προχείρου, πρόχειρος, πρώτος - quietήσυχος - laic, lay, secular, worldlyεγκόσμιος, κοσμικός, μη θρησκευτικός - safe and sound, unhurtσώος και αβλαβής - autonomicαυτονόμοσ - wildlifeάγρια φύση, άγριος τρόπος ζωής, ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον - field - country, rural areaαγροτική περιοχή, περίχωρα - resistance, resistorαντίσταση - peace - health, wellnessφυσική κατάσταση - pureness, purityαγνότησ, αγνότητα, καθαρότητα[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼