» 

diccionario analógico

ανησυχητικάalarmante, alarmantemente, de forma alarmante, horriblemente, horrorosamente - λαίμαργοσcomilón, tragón, voraz, zampón - κάνωhacer, ser - acquisitive (en) - άπληστος, ζηλόφθονος, λαίμαργος, πλεονέκτης, φιλάργυρος, φιλοκερδήςavaricioso, avariento, avaro, ávido, codicioso, glotón, rapaz - παθητικός - θριαμβευτικά, πανηγυρικάalegremente, animado, con alegría, con animación, con fruición, felizmente, gozosamente, jubilosamente - exhaustivo - επίτηδες, εσκεμμένωσadrede, aposta, apostadamente, apostamente, a propósito, con intención, deliberadamente, de su propio acuerdo, expresamente, intencionadamente, intencionalmente, por propio impulso, voluntariamente - instintivamente, sin intención, sin querer - παθητικάcon pasividad, pasivamente - εμβρόντητος, σοκαρισμένος, φοβισμένοςaterrorizado, desconcertado, espantado, estupefacto, horrorizado, trastornado, turbado - επιρρεπής στον πανικό, πανικόβλητος, που πανικοβάλλεται εύκολαaterrorizado, lleno de pánico, preso de pánico - ακλόνητος, θαρραλέοςimpávido, resuelto - υπεύθυναcon seriedad, responsablemente - αμνησίαamnesia, pérdida de la memoria - με καμάρι, περήφαναorgullosamente, ufanamente - ασφαλώς, βεβαίως, και βέβαια!, με βεβαιότητα, με σταθερή απόδοση, πράγματι, ρητά, σίγουρα, σαφώς, χωρίς λάθη¿verdad?, a buen recaudo, a salvo, claro, con certeza, con seguridad, con toda seguridad, de confianza, definitivamente, seguramente, seguro, sin duda - colectivamente - ειλικρινάcon seriedad, en serio, gravemente, seriamente - γενναία, θαρραλέα, λεβέντικαcon valentía, imponentemente, valientemente - ευσυνείδητα, ευσυνειδήτωσ, προσεκτικά, σχολαστικάconcienzudamente, escrupulosamente, meticulosamente - μετρημένα, σοβαράsobriamente - αναιδώς, θαρραλέα, τολμηράaudazmente, con valentía - επιδέξια, επιτήδεια, ικανά, ικανώσ, ταιριαστάadecuadamente, capaz, competentemente, dote, habilmente, hábilmente, pertinentemente - ανήσυχαansiosamente, aprensivamente, con ansiedad, con inquietud, lleno de ansiedad, preocupadamente, temerosamente - intelectualmente - επίσημα, σοβαράsolemnemente - άξεστα, τραχιά, χυδαίαde manera ordinaria - απαίσιος, τρομακτικός, τρομαχτικός, φρικτόςatroz, feo, horrible, horroroso, poco hermoso - απαίσιος, τρομακτικός, φοβισμένοςalarmante, horroroso, temeroso, temible, temido, terrible, terrífico - απειλητικός, αποκρουστικόςamenazador, amenazante, imponente, severo - ανατριχιαστικός, εφιαλτικός, φρικιαστικόςde pesadilla, de punta que pone los pelos, escalofriante, espeluznante, estremecedor, horripilante - έντρομοσ, τρομακτικόσ, τρομαχτικόσ, φοβιτσιάρησalarmante, asustadizo, horripilante - γενναίος, τολμηρός, τρομερόςtemible - αρρωστημένος, μακάβριοςde muy mal gusto, macabro, morboso, negro - incorrectamente - άφοβα, ακλόνητα, ανενδοτώσ, ατρόμηταimpávidamente, intrépidamente, osadamente, resueltamente, sin temor - έξυπναdespiertamente, inteligentemente, vivamente - ευγενικάamablemente, cortésmente, educadamente, urbanamente - άξεστα, αγενώς, χυδαίαdesatentamente, descortésmente, groseramente, maleducadamente, sin modales - εγκάρδιαamistosamente, cordialmente, efusivamente - αξιέραστα, εγκάρδια, ευγενικά, καλοδιάθετα, προσηνώς, φιλικάafablemente, amablemente, amistosamene, bondadosamente, con buen humor, con misericordia, genialmente, graciosamente, simpáticamente - απειλητικά, δυσοίωναsiniestramente - ατρόμητος, γενναίοςaudaz, impávido, impertérrito, intrépido, osado - horrifyingly (en) - ντροπαλός - θαρραλέοςalentado, animoso, ardido, arrestado, bizarro, resuelto, valiente - φρικιαστικάhorriblemente - γενναίοςvaliente - δειλός - λιγόψυχος - pusilánime - υπεροπτικάaltivamente, arrogantemente, desdeñosamente, despectivamente - βεβαίωσciertamente - άπληστα, λαίμαργαacuciadamente, acusiosamente, ansiadamente, ansiosamente, avaramente, avariciosamente, avarientamente, ávidamente, codiciosamente, con avaricia/codicia, con avidez, con muchas ganas, glotonamente, rapazmente - churlishly, surlily (en) - volitionally, willingly (en) - λεπτομερήςcircunstanciado, detallado, extenso, minucioso, pormenorizado, prolijo - βιαστικός, πεταχτόςapresurado, poco profundo, poco serio, rápido, superficial - equably (en) - τρομερά, φοβεράformidable - μετά χαράςcon mil amores, con mucho gusto, con placer, de buena gana - gluttonously (en) - a regañadientes - αγαλλιασμένος, κεφάτοςalegre - εύθυμος, ζωηρός, κεφάτος, φαιδρός, χαρωπόςalegre, animadamente, animado, de buen talante, feliz - ριψοκίνδυναatrevidamente, audazmente, temerariamente - ηρωικάheroicamente - απαθώςimpasiblemente - καθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώhacer alusiones personales, personalizar - γνωστικά, συνετά, φρόνιμαprudentemente - επιεικώςcon clemencia, con complacencia, indulgentemente - drippily, mawkishly (en) - μονότοναmonótonamente - φλεγματικώσcachazudamente - μικροσκοπικάdébilmente, escaso, flojamente, pobre, pobremente - αισθησιακάsensualmente - solitarily (en) - στωικώσestoicamente, impasiblemente - γενναίαvalientemente - con voracidad, vorazmente - αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω , κατανοώcomprender, comprenderse, entender, tener entendido - αντιλαμβάνομαιcaer en la cuenta, caer en la cuenta de algo, comprender, entender - αντιλαμβάνομαι, αντιλαμβάνομαι σωστά, εννοώ, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω καλά, κατανοώ, συναισθάνομαι, συνειδητοποιώcomprender, darse cuenta, decir/hacer correctamente, entender, hacerse cargo de - λαμβάνω γνώση, ξέρωconocer, saber - έχω μάθει, γνωρίζω, ξέρω απ' έξωconocer - έχω οικειότητα με κπ., μαθαίνω, ξέρω - βιώνω, ζω - ξέρω - συγχέωconfundir, hacer tropezar - αντιλαμβάνομαι τι υπονοεί ένα κείμενο, μαντεύω τι υπονοεί ένα κείμενοleer entre líneas - ερμηνεύωconstruir, interpretar - εκλαμβάνω, παίρνω - ιπποτικόςcaballeresco, caballeroso, galante - άξεστος, απότομοςbrusco, duro, mordaz - γίνομαι, διαμορφώνομαι, καθίσταμαιdestacar, diferenciar, distinguir, distinguirse - προβλέπωprever, pronosticar - βοηθώ στις πωλήσεις, πουλώhacer vender - μεταπείθω, παίρνω με το μέρος μουconvencer - αποτρέπωdesaconsejar, disuadir - Πιαζέ, ΠιαζέτPiaget - Burrhus Frederic Skinner, Skinner - emotivo - ενδόμυχος, εσωτερικός, μύχιοςinterior, íntimo, profundo - περιγράφω, χαρακτηρίζω, χαρακτηρίζω κπ. ωςcalificar, caracterizar, describir - εμμονή, επιμονήahínco, constancia, insistencia, perseverancia, persistencia, tenacidad - follones - αγωγή, ανατροφή, πράξειςacciones, actuación, comportamiento, conducta, hechos, obras, proceder - συμπεριφοράcomportamiento, conducta, funcionamiento, trato - κρύος, ψυχρόςfrío - διανοητικόςintelectual - έξυπνος, ευφυής, οξύνουςinteligente - εκούσιος, εκ προθέσεως, εσκεμμένος, σκόπιμοςdeliberado, intencional, premeditado - ακούσιοσ - introspectivo - make, score, seduce (en) - cascar, masturbar, masturbarse, paja, pajear, pelar - υπάκουοςbienmandado, obediente - αντίθετος, δύστροποςcontrario a, rebelde - επίμονος, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, πεισματάρηςcabeza dura, indisciplinado, terco, voluntario, voluntarioso - πάω γυρεύοντας, προκαλώbuscar, buscarse, buscársela - αποσπώ, εκμαιεύω - fire up, heat, ignite, inflame, stir up, wake (en) - assure, reassure (en) - ανάβω, αρπάζομαι, γίνομαι μπαρούτι, εξάπτομαι, ερεθίζομαιenfadarse, indignarse, rabiar - εμπνέω φόβο, ξαφνιάζω κπ., σκιάζω, τρομάζω, τρομάζω κπ., τρομοκρατώ, φοβίζωacobardar, acoquinar, amedrentar, arredrar, aspaventar, asustar, atemorizar, aterrorizar, causar miedo a, dar miedo a, espantar, llenar de miedo, meter miedo a, sobresaltar - προκαλώ φρίκη, σοκάρωalarmar, escandalizar, horrorizar, sobresaltar - αναστατώνω, αποθαρρύνω, διαταράσσω, ξεσηκώνω, ταράζωacobardar, amilanar, desconcertar, desquiciar, enervar, inquietar, perturbar, trastornar, turbar - die (en) - αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω, εκφοβίζω, πτοώ, τρομοκρατώacobardar, asustar, desalentar, desanimar, desmoralizar, espantar, intimidar - εξαγριώνω, εξοργίζωencolerizar, enfurecer, exasperar, irritar - αναστατώνω, απορυθμίζω, αποσυντονίζω, διαταράσσω, εξοργίζω, συγχίζω, ταράζω, ταράσσω, φέρνω σε δύσκολη θέσηapurar, atolondrar, atortolar, aturdir, aturrullar, azarar, azorar, comprometer, confundir, dejar confuso, dejar confuso a, desconcertar, perturbar, preocupar, turbar - μπερδεύω, προκαλώ σύχγυση, σαστίζωaturdir, desconcertar - εμπλέκομαι σε οικονομικά προβλήματα, ντροπιάζω, προσβάλλω, φέρνω σε δύσκολη θέσηapenar, avergonzar, confundir, poner en un aprieto, turbar - υποφέρωpadecer, sufrir - perder - απογοητεύω, αποτυγχάνω να βοηθήσω σε κτ.decepcionar, defraudar, fallar - εξευτελίζω, μειώνω, ταπεινώνωapocar, despreciar, humillar, mortificar, rebajar - εξευτελίζω, ταπεινώνω, υποβιβάζωdegradar, degradarse, deshonrar, deshonrarse, envilecer - ελαττώνω, μειώνωabatir, rebajar - περιορίζω, συγκρατώ - αναπτερώνω, εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνωalborozar, embriagar, intoxicar, regocijar - εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ξαναζωντανεύωacicatear, alegrarse, alentar, animar, dar aliento a, envalentonar, estimular, fomentar, impulsar, infundir ánimo a, promover, reanimarse - εγκαρδιώνω, εμψυχώνω, ενθαρρύνω, ενισχύω, συμπαραστέκομαι, υποστηρίζωalentar, animar - αποθαρρύνω, αποκαρδιώνωdesalentar, descorazonar, disuadir - abatir, descorazonar - καίγομαιarder - αλαζονικός, επηρμένοςarrogante, prepotente - αγέρωχος, αλαζονικός, υπεροπτικός, υπερφίαλος, υπερόπτηςaltanero, altivo, arrogante, de altivez, desdeñoso, despreciativo, de superioridad, engreído, menospreciativo, noble, presuntuoso - επηρμένος, ματαιόδοξος, ξιπασμένος, που έχουν πάρει τα μυαλά του αέραcreído, engreído, presumido, vanidoso - προσεκτικός, συνετόςconsciente - υπεύθυνοςresponsable - ευαισθητοποιώ - διεγείρω, εξάπτω, ξεσηκώνω, συγκινώconmover, despertar, emocionar, excitar, provocar - διαβολικόσ, σκανδαλιάρικοςendiablado, juguetón, travieso - μετρημένος, σοβαρόςformal, sobrio - βρίσκω - αντιμάχομαι, αντιστρατεύομαι, καταπολεμώ, στρατεύομαιmilitar - επηρεάζωinfluenciar, influir - χαρακτηρίζωcaracterizar - de la conducta - αντισημιτικόςantisemítico - imagen - κεφάλι, κεφαλή, μυαλόcabeza, cerebro, mente, psique - ασυνείδητοel inconsciente, inconsciente - εξυπνάδα, ευφυΐα, νοημοσύνη - μυαλό, νοημοσύνη, νοητική ικανότητα, ευστροφία, εξυπνάδα, ευφυϊαcapacidad intelectual, inteligencia - δόλος, εξαπάτηση, επιδεξιότητα, ευστροφία, πανουργία, πονηριάagudeza, astucia, habilidad, malicia, maña, maña para engañar, picardía, socarronería, taima, taimería, zorrería - καθυστέρηση ανάπτυξης, οπισθοδρομικότηταatraso, modestia, retraso, retraso mental, rezagamiento, tercermundismo, timidez - ικανότητα, χάρισμαfacultad, facultad cognitiva, facultad mental, habilidad - έγνοια, ευθύνη, καθήκον, μέλημαasunto, inquietud - πλάσμα, πράγμα, υποθέσεις, υποκείμενο, υπόθεσηasunto, caso, cosa - torre de marfil - anima (en) - ανάμειξη, ενδιαφέρον, μπλέξιμο, προσοχήimplicación - αναστάτωση, αταξίαconfusión, desorden - αμηχανία, ματαίωση, σάστισμαabobamiento, alelamiento, atolondramiento, atontamiento, atontolinamiento, confusión, desconcierto, estupefacción, estupor, mudez, mutismo, ofuscación, pasmo, silencio - απορία, μπέρδεμα, περιπλοκή, σύγχυσηperplejidad - αίνιγμα, γρίφος, μυστήριο, μυστικόacertijo, adivinanza, enigma, misterio - δίλημμαdilema, Entre la espada y la pared - βεβαιότητα, πεποίθηση, σιγουριάcerteza, seguridad - αυτοπεποίθηση, βεβαιότηταautoconfianza, certeza, confianza, confianza en sí mismo, seguridad, seguridad en sí mismo - πεποίθησηaudacia, certeza, certitud, temeridad - πίστηconfianza, fe - αβεβαιότητα, αμφίβολη εντιμότητα, αμφιταλάντευση, δισταγμόςduda, incertidumbre, incertitud, indeterminación, inseguridad - έλλειψη εμπιστοσύνης, δυσπιστία, καχυποψία, υποψία, φόβοςaprensión, desconfianza, recelo - αρχή, ηθικός κανόνας, κανόναςprincipios - ψυχολογίαpsicología, sicología - γνωστική ψυχολογίαpsicología cognitiva - εξελικτική ψυχολογία, παιδική ψυχολογίαpsicología del desarrollo, psicología infantil - πειραματική ψυχολογίαpsicología experimental - ψυχοφυσικήpsicofísica - μπιχεβιορισμός, μπιχεβιοριστική ψυχολογίαbehaviorismo, conductismo - νευροφυσιολογία, νευροψυχολογία, ψυχοφυσιολογίαneuropsicología - ψυχομετρίαpsicometría - gestaltismo, psicología de la forma - κοινωνική ψυχολογίαpsicología social - δυναμική κοινωνικών ομάδωνdinámica de grupo - voice (en) - παραψυχολόγοςparapsicóloga, parapsicólogo, parasicólogo - ψυχολόγοςpsicóloga, psicólogo, sicóloga, sicólogo - Carl Gustav Jung, Carl Jung, Jung - CI, cociente de inteligencia, coeficiente de inteligencia, IQ - εξαιρετική ευτυχία, ευδαιμονία, μακαριότητα, στον έβδομο ουρανόarrobamiento, dicha, euforía, éxtasis, felicidad, gloria, júbilo, séptimo cielo, transporte - αβουλία, αβουλησίαabulia - anhedonia (en) - ύπνωσηhipnosis - αυθυποβολήautohipnosis, autosugestión, sugestión - υποχονδρίαaprensión, hipocondria, hipocondría - υπερένταση - λογικότηταjuicio, lo razonable, racionalidad, sensatez - μελαγχολίαmelancolía - agrazón, atufamiento, atufo, carlanca, contrariedad, disgusto, enfado, enojo, fastidio, grima, incomodidad, molestia, vejación - συνειρμός, σύνδεσμοςasociación - humor, opinión, temple[Domaine]

-

 


   Publicidad ▼