» 

diccionario analógico

walkabout (en) - excursãoοργανωμένη εκδρομή - deslocação, viagemπεριοδεία - pacote de férias, viagem com tudo incluído QUERYοργανωμένες διακοπές - Pub crawl, rodadaγύρος - whistle-stop tour (en) - grand tour (en) - circuit touristique (fr)[Spéc.]

percorrer, visitarβλέπω, γυρίζω, επισκέπτομαι μέσα σε συγκεκριμένο διάστημα, καλύπτω, περιηγούμαι, περιοδεύω - circuit (en) - turistaεκδρομέας, επισκέπτης αξιοθεάτων, περιηγητής, τουρίστας[Dérivé]

caminhada (n.) • circuito (n.) • turnê (n.) • viagem (n.) • γύρος (n.) • διαδρομή (n.) • κυκλική διαδρομή (n.) • περιήγηση (n.)

-