» 

diccionario analógico

aproximação - avanço, progressão, progressoβελτίωση, εξέλιξη, προέλαση, προαγωγή, προώθηση, πρόοδος - locomoçãoμετακίνηση - mergulho, solavancoβουτιά, σάλτο, τίναγμα - ato de viajar, travessia, viagem, viagensταξίδι - caçada, perseguiçãoκαταδίωξη, κυνήγημα, κυνήγι, κυνηγητό - ascensão, elevaçãoάνοδος - descensão, descidaκάθοδος, κατάβαση - oscilaçãoλίκνισμα, ταλάντευση, ταλάντωση - regresso, retornoεπιστροφή - voo planadoολίσθηση - slippage (en) - derramamento, esgotamento, fluxoρέουσα κίνηση, ροή, ρύση - engatinhamento, lentidãoαργός ρυθμός - aceleraçãoβιασύνη, γοργάδα, γρηγοράδα, σπουδή - deslocaçãoεκτόπισμα, μετατόπιση - deslocamento, excursão, movimento - precipitação, pressaβιά, βιασύνη, πρεμούρα, σπουδή - folgaελευθερία κίνησης, ελιγμός - migraçãoαποδήμηση, αποδημία, μετανάστευση - agitaçãoαναταραχή, κινητοποίηση - inclinaçãoκλίση, υπόκλιση - braçadaκολυμβητική κίνηση, πλήρης κίνηση[Spéc.]

andar, caminhar, deslocar-se, irκινούμαι, περπατώ, πηγαίνω - deslocar, mover, removerεκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζω - mudar, mudar de casa, mudar-se, viagemμετακομίζω - motor[Dérivé]

deslocamento (n.) • movimento (n.m.) • traslado (n.) • αλλαγή θέσης (n.) • κίνηση (n.f.)

-