Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

indivíduo; homem; mortal; humano; ser humano; alma; terrestre; vidaανθρώπινο ον; άτομο; θνητός; τύπος; ανθρώπινο πλάσμα[ClasseHyper.]

(morto; defunto; desaparecido), (expirar; perecer; falecer), (agonizar), (morte; morto), (seguro de vida), (agonizante; moribundo), (mortal), (mortalidade; taxa de mortalidade)(ψοφάω; χάνομαι), (θάνατοσ), (ασφάλεια ζωήσ), (θνητός), (θνησιμότητα)[termes liés]

biology (en)[Domaine]

Human (en)[Domaine]

estar, organismo, ser, ser vivoοργανισμός - agente causador, causa, causadorαιτία, λόγος[Hyper.]

as pessoas, gente, pessoa, populaçãoάνθρωποι, κόσμος[membre]

mortalθανάσιμη, θανάσιμο, θανάσιμος, θνητή, θνητό, θνητός[CeQuiEst~]

personalizar, tomar um assunto como pessoal, tornar pessoalκαθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώ - personificar - personhood (en)[Dérivé]

o euεαυτός - adulto, de maior, maior, maior de edade, terceira idadeενήλικας, ενήλικος - aventureiroπεριπετειώδης, τυχοδιώκτης - ασυνήθιστος άνθρωπος - candidato, nomeado, postulante, pretendente, solicitanteαιτών, υποψήφιος - appointee, appointment (en) - capitalistaκαπιταλιστής, κεφαλαιοκράτης - captorαυτός που κρατά κπ. αιχμάλωτο - changer, modifier (en) - color-blind person (en) - plebeuκοινός θνητός - comunicador, transmissorεπικοινωνών - concorrente, contendorδιαγωνιζόμενος - cobarde, covarde, medricas, poltrãoφοβητσιάρης, φοβιτσιάρης - creador, criadorδημιουργός - polemistaαμφισβητών, συζητητής - engenheiro, tecnóloga, tecnólogoμηχανικός, μηχανολόγος, τεχνολόγος - animadora, artistaδιασκεδαστής, ψυχαγωγικός - experimenter (en) - experto, peritoέμπειρος, ειδικός, εμπειρογνώμονας, εξπέρ, μετρ, σπεσιαλίστας - πρόσωπο - mulher - individualistaατομικιστήσ, ατομιστήσ, φίλαυτοσ - habitante, habitantes, morador, residente, vizinhoένοικος, κάτοικος - autóctone, indígena, nativo, naturalαυτόχθονας, γέννημα θρέμμα κπ. τόπου, ντόπιος, ο ιθαγενής - pessoa inocente, simplório - intelecto, intelectualδιάνοια - adolescente, garoto, jovens, juvenil, juventude, menorνέος, νεανίας, νεαρός - amado, amante, namoradaεραστής, πρόσωπο - líderαρχηγός, ηγέτης - homem, macho, varãoάνδρας, άντρας, άρρενας, άρρην, αρσενικός - agente monetario (es) - cidadãos, nacionalυπήκοος - άπιστος - άεργος - igualίσος, ισάξιος, ομότιμος, όμοιος - espectador, observadorπαρατηρητής - percher (en) - precursor - primitiva, primitivoάνθρωπος, πρωτόγονο, πρωτόγονος άνθρωπος - θεοσεβής άνθρωπος, θεοσεβούμενος, θεοφοβούμενος, θρήσκος άνθρωπος - libertino, sensualista - turista, viajanteταξιδιώτης - infortunadoδυστυχισμένος άνθρωπος - persona non grataανεπιθύμητο πρόσωπο - ανειδίκευτος - trabalhadorδουλεύτης - AfricanoΑφρικάνος - person of color, person of colour (en) - negra, negro, pretoαφρικάνος, μαύρος, νέγρος - brancoΙνδοευρωπαίος, Καυκάσιος, λευκός - Indígenas dos Estados Unidos, Indígenas dos Estados Unidos da América, Povos AmeríndiosΙνδιάνος - eslava, eslavo - pagão - hebraica, hebraico, hebreia, hebreu, judeu, judiaΕβραία, Εβραίες, Εβραίοι, Εβραίος, Ιουδαίος, Ισραηλίτης - Aries, Ram (en) - Bull, Taurus (en) - Gemini, Twin (en) - Cancer, Crab (en) - Leo, Lion (en) - Virgin, Virgo (en) - Balance, Libra (en) - Scorpio, Scorpion (en) - Archer, Sagittarius (en) - Capricorn, Goat (en) - Acuario (es) - Fish, Pisces (en) - algo repugnante - abstinente (es) - ganhador, sucessoεπιτυχημένος, κατορθωτήσ - amizade, conhecido, convivência, relações pessoaisγνωριμία, γνωστή, γνωστός, γνώριμος - acquirer (en) - active (en) - agenteαυτός που κάνει κτ. - juizδικαστής, κριτής - admirador - adoptada, adoptado, criança adotivaθετό παιδί - adversária, adversário, antagonista, inimigo, oponente, opositorαντίπαλος, ανταγωνιστής - advisee (en) - advogado, defensor, porta voz, proponente, representante, seguidorσυνήγορος, υπέρμαχος - ορκιζόμενοσ - aficionado, amador, amadoraερασιτέχνης - apprehender (en) - appreciator (en) - usurpadorαυτόσ που διεκδικεί άδικα - autoridade, chefiaαρχές, κύρος - autodidata - diabo, pessoa malvada, pobre diabo, satanás - baby buster, buster (en) - malo (es) - παλιάνθρωπος - calvo (es) - εμποδίζων - toureiroταυρομάχος - banhistaλουόμενος - beard (en) - bedfellow (en) - melhor, primeiro lugarκορυφή - animal que morde, vigarista - Cabelo loiro, loira, louraξανθιά γυναίκα - culturistaμποντιμπιλντεράς - bombistaβομβιστής - bruna, morenaκαστανή γυναίκα - buster (en) - candidato, Candidatosυποψήφιος - case (en) - cashier (en) - εορταστήσ - camaleão - κόλακας - criança, meninoβρέφος, μωρό, παιδί - chutzpanik (en) - closer (en) - torpe (es) - agregador, coleccionadorσυλλέκτης - combatente, guerreiro, lutadorαγωνιστής, μαχητής, πολεμιστής, πυγμάχος - complexifier (en) - compulsive (en) - computer user (en) - contemplative (en) - convertidoνεοφώτιστος, προσήλυτος - emulador, macaquice - counter (en) - crawler, creeper (en) - criança, criatura, pessoa, serάτομο, πλάσμα - credorπιστωτής - dancer, social dancer (en) - defunto, falecido, morteεκλιπούσα, εκλιπών, μακαρίτησ - debaser, degrader (en) - Devedor, devedoraοφειλέτης - defecator, shitter, voider (en) - temporizador - librador (es) - candidato - discriminadorδιευκρινιστήσ - disentangler, unraveler, unraveller (en) - dissidência, dissidenteαντικαθεστωτικός, αντιφρονών - divider (en) - cara-metadeσύζυγος, σύντροφος βίου, σύντροφος ζωής, ταίρι - Sósiaσωσίας - dresser (en) - βρωμιάρησ, σαλιάρησ - drug user, substance abuser, user (en) - ectomorph (en) - effecter, effector (en) - isabelino (es) - emotivo - endomorph (en) - enjoyer (en) - estudanteεγγεγραμμένος - explorador, exploradoraεξερευνητής - extrovertido, pessoa extrovertidaεξωστρεφής - caprichoso - faller (en) - fastener (en) - confidente, curador, depositário, fiduciárioθεματοφύλακασ, καταπιστευματοδόχος - first-rater (en) - caçadorοπαδός - free agent, free spirit, freewheeler (en) - amiga, amigo, amizade, camarada, conhecidoφίλη, φίλος - fugitivoφυγάδας - gainer (en) - gainer, weight gainer (en) - jogadorτζογαδόρος - gatekeeper (en) - gatherer (en) - bueno (es) - άνθρωπος - παραχωρών - χαιρετιστήσ, χαιρετών - grinner (en) - στενάζων γοερώσ - grunter (en) - guesser (en) - deficiente, enfermoάτομο με ειδικές ανάγκες - μισητήσ - heterossexualετερόφυλοσ - homossexual, homossexual; gay; bicha , viado,λεσβία, ομοφυλόφιλος - homunculus (en) - esperançaαποκούμπι, ελπίδα - hoper (en) - huddler (en) - hugger (en) - μη υποκείμενοσ - segurado, seguro - intérprete - introvertido - Povo jat - gem, jewel (en) - assassinoδολοφόνος, μαχαιροβγάλτης - parenteσυγγενής - kneeler (en) - knocker (en) - apprehender, knower (en) - large person (en) - latino - laugher (en) - acadêmico, aluno, estudante - zurdo (es) - vidaζωή - lightning rod (en) - poliglotaγλωσσομαθής, πολύγλωσσος - letrado, literato - liver (en) - διψών - loose cannon (en) - máquina - mailer (en) - desafecto, malcontento, revoltoso (es) - pessoaάνθρωπος - manipulador - άτομο, πρόσωπο - μαλάκας - avaliador, medidorκαταμετρητήσ, μετρητήσ - non-bank client, nonmember (en) - mesomorfo (es) - Mestiço - middlebrow (en) - taumaturgo (es) - misogamist (en) - mixed-blood (en) - modern (en) - mother hen (en) - κολοβώτησ - namer (en) - homónimo, xaráσυνονόματος - neglecter (en) - vizinha, vizinhoγείτονας, γειτόνισσα - neutroουδέτερο κράτος, ουδέτερος - nondescript (en) - nonparticipant (en) - persona a la que se le hace el vacío (es) - não-fumante - desnudo (es) - nurser (en) - μυστικιστήσ - optimistaαισιόδοξος, οπτιμιστής - orphan (en) - ostrich (en) - ejector, ouster (en) - outcaste (en) - amante da vida ao ar livre - amo, dono, possessor, possuidor, proprietárioιδιοκτήτης, κάτοχος - θωπευτήσ, χαϊδεύων - pansexual (en) - συγχωρών - colega, sócioσυνέταιρος - διάδικος, συμβαλλόμενος - passer (en) - figura - personificação - perspirer, sweater (en) - Filósofos - seleccionadorπρόσωπο που επιλέγει π.χ. τους αθλητές μιας ομάδας - pisser, urinator (en) - planeadorεπινοητής, σχεδιαστής - powderer (en) - προστάτης, σωτήρας - proband, proposita, propositus (en) - public relations person (en) - perseguidor - pussycat (en) - quarter (en) - desobrigação de uma dívida, quita, quitação, reciboλιπόψυχος - radicalριζοσπάστης - realistaρεαλιστής - rectifier (en) - ruivoκοκκινομάλλα, κοκκινομάλλης, ξανθοκόκκινος, πυρρόξανθος - registrante - κατευνάστησ - repeater (en) - salvador (es) - rester (en) - controller, restrainer (en) - revenant (en) - potentado, rico - destro - riser (en) - romper (en) - braquicéfalo (es) - director, dirigente, governador, governanteάρχοντας, αρχόντισσα, διευθυντής, διοικητής, κυβερνήτης, μέλος διοικητικού συμβουλίου - rusher (en) - científico, Cientista, cientistasεπιστήμονας - scratcher (en) - bajuladora, desgraçada, indivíduo medíocre, infeliz, miserável, pessoa de segunda ordem, pobre coitada, puxa-saco - cloud seeder, seeder (en) - buscador, investigadorερευνητής, ερωτών, ζητών - sentimentalαισθηματίασ - hombre objeto (es) - manda-chuva - signatárioυπογράφων, υπογράψασ - estúpido, idiota, matarruano, simplória, simplórioαγαθιάρης, χαζός - six-footer (en) - skidder, slider, slipper (en) - escrava, escravoδούλος, σκλάβος - slave (en) - dormidorυπναράσ - sloucher (en) - gorgojo (es) - smasher (en) - smiler (en) - sneezer (en) - oledor (es) - οσφραινόμενοσ, ρωθωνίζων - snuffer (en) - ομιλών ερρινώσ - socialiser, socializer (en) - είδος - sounding board (en) - esfinge - expectorator, spitter (en) - sprawler (en) - απορρίπτων - squinter, squint-eye (en) - καταπνίγων - stigmatic, stigmatist (en) - stooper (en) - μοχθών - cobaiaπειραματόζωο - καρποφόροσ - prepper, survivalist (en) - sobrevivente - suspeitoύποπτος - tapper (en) - tentadorπειρασμός, πλάνος - termer (en) - diabreteφόβος και τρόμος - testadorκαταλίπων διαθήκη, όποιοσ άφισε διαθήκην - pelleja (es) - third-rater (en) - lanzador, tirador (es) - tigre - εγγίζων - reship, transfer, transferee (en) - transexual, transsexual (en) - travestiτραβεστί - pessoa persistenteκπ. που δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια, που κάνει φιλότιμες προσπάθειες, φιλότιμος - tyrant (en) - opener, undoer, unfastener, untier (en) - consumidor, utente, utilizadorχρήστης - vanisher (en) - vítimaθύμα, κορόιδο - vitoriano - visionario (es) - waiter (en) - waker (en) - walk-in (en) - θέλων, στερούμενοσ - aluno, estudante, pupila, pupilo, tuteladoκηδεμονευόμενος - guerreiroπολεμιστής - watcher (en) - raquíticoαδύναμο πλάσμα, ανθρωπάκι - criança que não pára quietaαυτός που χώνεται παντού, που δεν κάθεται ήσυχος - winker (en) - withholder (en) - testemunha, Testemunhoμάρτυρας - χάσκων - nenhumapessoa, zé-ninguémένα τίποτα, ασήμαντο πρόσωπο - idealistaιδεαλιστής - laico, leigoο μη ειδικός - camponês, fazendeiroχωρικός - programador, programadoraπρογραμματίστρια, προγραμματιστής - colarinho azul, proletário, trabalhadorεργάτης - dorminhoca, o que dormeκοιμώμενος - cariye (tr) - defensor, guarda, guardião, protector, tutorπροστάτης, υπερασπιστής, φύλακας - consignatário, destinatário, liquidadorαποδέκτης, εκκαθαριστής, παραλήπτης - europeia, Europeuευρωπαίος - associado, sócioσυνέταιρος, συνεργάτης - fabricanteκατασκευαστής - modeloήρωας, μοντέλο, πρότυπο, υπόδειγμα - adversário, competidor, desafiador, inimigo, opositor, rivalαγωνιζόμενος, αμφισβητίας, αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνιστής - empresárioθεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγός - docente, ensino, Magistério, mestra, mestre, professorδάσκαλος, δασκάλα, καθηγήτρια, καθηγητής - native (en) - amada - abator (en) - abjurer (en) - αγνωστικιστής - ancient (en) - anti (en) - anti-American (en) - archaist (en) - assessee (en) - asthmatic (en) - desconsolado (es) - birth (en) - blogueira, blogueiro - bluecoat (en) - censor (en) - counterterrorist (en) - aleijado, coxoανάπηρος - surdo - dieter (en) - dyslectic (en) - ethnic (en) - jumper (en) - mais novoκατώτερος, νεότερος, υφιστάμενος - kink (en) - married (en) - monolingual (en) - mouse (en) - nonpartisan, nonpartizan (en) - nonresident (en) - player (en) - posturer (en) - segregate (en) - sex symbol - showman (en) - boa praçaκαλόβολος άνθρωπος - estrangeiro - supernumerary (en) - tagger (en) - tagger (en) - totemist (en) - turner (en) - visually impaired person (en) - weasel (en) - worldling (en) - a última pessoaο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να κάνει κτ.[Spéc.]

individualidadeατομικότητα[Propriété~]

de solteiro, individualμονός, που προορίζεται για ένα άτομο[Rel.App]

humano[Rel.Pr.]

personalizar, tomar um assunto como pessoal, tornar pessoalκαθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώ - personificar - mortalθανάσιμη, θανάσιμο, θανάσιμος, θνητή, θνητό, θνητός - personhood (en)[Dérivé]

personalidade, pessoa, temperamentoατομικότητα, προσωπικότητα - anatomia, carne, corpo, corpo humanoανατομία, ανθρώπινο σώμα, σωματική κατασκευή, σώμα[Desc]

alguém (n.) • alma (n.) • homem (n.m.) • indivíduo (n.m.) • mortal (n.) • pessoa (n.) • ser humano (n.m.) • άνθρωπος (n.) • άτομο (n.) • ανθρώπινο ον  • θνητός (n.) • τύπος (n.)

-

 


   Publicidad ▼