Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

εαυτός - ενήλικας, ενήλικος - περιπετειώδης, τυχοδιώκτης - ασυνήθιστος άνθρωπος - αιτών, υποψήφιος - appointee, appointment (en) - καπιταλιστής, κεφαλαιοκράτης - αυτός που κρατά κπ. αιχμάλωτο - changer, modifier (en) - color-blind person (en) - κοινός θνητός - επικοινωνών - διαγωνιζόμενος - φοβητσιάρης, φοβιτσιάρης - δημιουργός - αμφισβητών, συζητητής - μηχανικός, μηχανολόγος, τεχνολόγος - διασκεδαστής, ψυχαγωγικός - experimenter (en) - έμπειρος, ειδικός, εμπειρογνώμονας, εξπέρ, μετρ, σπεσιαλίστας - πρόσωπο - female, female person, woman (en) - ατομικιστήσ, ατομιστήσ, φίλαυτοσ - ένοικος, κάτοικος - αυτόχθονας, γέννημα θρέμμα κπ. τόπου, ντόπιος, ο ιθαγενής - ingenua, ingenuo, inocente, inocentón, inocentona (es) - διάνοια - νέος, νεανίας, νεαρός - εραστής, πρόσωπο - αρχηγός, ηγέτης - άνδρας, άντρας, άρρενας, άρρην, αρσενικός - agente monetario (es) - υπήκοος - άπιστος - άεργος - ίσος, ισάξιος, ομότιμος, όμοιος - παρατηρητής - percher (en) - precursor, precursora (es) - άνθρωπος, πρωτόγονο, πρωτόγονος άνθρωπος - θεοσεβής άνθρωπος, θεοσεβούμενος, θεοφοβούμενος, θρήσκος άνθρωπος - sensualista (es) - ταξιδιώτης - δυστυχισμένος άνθρωπος - ανεπιθύμητο πρόσωπο - ανειδίκευτος - δουλεύτης - Αφρικάνος - person of color, person of colour (en) - αφρικάνος, μαύρος, νέγρος - Ινδοευρωπαίος, Καυκάσιος, λευκός - Ινδιάνος - eslava, eslavo (es) - gentil, pagano (es) - Εβραία, Εβραίες, Εβραίοι, Εβραίος, Ιουδαίος, Ισραηλίτης - Aries, Ram (en) - Bull, Taurus (en) - Gemini, Twin (en) - Cancer, Crab (en) - Leo, Lion (en) - Virgin, Virgo (en) - Balance, Libra (en) - Scorpio, Scorpion (en) - Archer, Sagittarius (en) - Capricorn, Goat (en) - Acuario (es) - Fish, Pisces (en) - abomination (en) - abstinente (es) - επιτυχημένος, κατορθωτήσ - γνωριμία, γνωστή, γνωστός, γνώριμος - acquirer (en) - active (en) - αυτός που κάνει κτ. - δικαστής, κριτής - admirer (en) - θετό παιδί - αντίπαλος, ανταγωνιστής - advisee (en) - συνήγορος, υπέρμαχος - ορκιζόμενοσ - ερασιτέχνης - apprehender (en) - appreciator (en) - αυτόσ που διεκδικεί άδικα - αρχές, κύρος - autodidacta, autodidacto (es) - baby boomer, boomer (en) - baby buster, buster (en) - malo (es) - παλιάνθρωπος - calvo (es) - εμποδίζων - ταυρομάχος - λουόμενος - beard (en) - bedfellow (en) - κορυφή - biter (en) - ξανθιά γυναίκα - μποντιμπιλντεράς - βομβιστής - καστανή γυναίκα - buster (en) - υποψήφιος - case (en) - cashier (en) - εορταστήσ - camaleón (es) - κόλακας - βρέφος, μωρό, παιδί - chutzpanik (en) - closer (en) - torpe (es) - συλλέκτης - αγωνιστής, μαχητής, πολεμιστής, πυγμάχος - complexifier (en) - compulsive (en) - computer user (en) - contemplative (en) - νεοφώτιστος, προσήλυτος - copiante, copión, imitamonas, mona, mono (es) - counter (en) - crawler, creeper (en) - άτομο, πλάσμα - πιστωτής - dancer, social dancer (en) - εκλιπούσα, εκλιπών, μακαρίτησ - debaser, degrader (en) - οφειλέτης - defecator, shitter, voider (en) - retrasante (es) - librador (es) - solicitante (es) - διευκρινιστήσ - disentangler, unraveler, unraveller (en) - αντικαθεστωτικός, αντιφρονών - divider (en) - σύζυγος, σύντροφος βίου, σύντροφος ζωής, ταίρι - σωσίας - dresser (en) - βρωμιάρησ, σαλιάρησ - drug user, substance abuser, user (en) - ectomorph (en) - effecter, effector (en) - isabelino (es) - persona emotiva (es) - endomorph (en) - enjoyer (en) - εγγεγραμμένος - εξερευνητής - εξωστρεφής - maniático (es) - faller (en) - fastener (en) - θεματοφύλακασ - first-rater (en) - οπαδός - free agent, free spirit, freewheeler (en) - φίλη, φίλος - φυγάδας - gainer (en) - gainer, weight gainer (en) - τζογαδόρος - gatekeeper (en) - gatherer (en) - bueno (es) - άνθρωπος - παραχωρών - χαιρετιστήσ, χαιρετών - grinner (en) - στενάζων γοερώσ - grunter (en) - guesser (en) - άτομο με ειδικές ανάγκες - μισητήσ - ετερόφυλοσ - λεσβία, ομοφυλόφιλος - homunculus (en) - αποκούμπι, ελπίδα - hoper (en) - huddler (en) - hugger (en) - μη υποκείμενοσ - asegurada, asegurado (es) - intérprete (es) - introvertida, introvertido (es) - Jat (en) - gem, jewel (en) - δολοφόνος, μαχαιροβγάλτης - συγγενής - kneeler (en) - knocker (en) - apprehender, knower (en) - large person (en) - Latin (en) - laugher (en) - cursillista (es) - zurdo (es) - ζωή - lightning rod (en) - γλωσσομαθής, πολύγλωσσος - letrado (es) - liver (en) - διψών - loose cannon (en) - máquina (es) - mailer (en) - desafecto, malcontento, revoltoso (es) - άνθρωπος - manipulator (en) - άτομο, πρόσωπο - μαλάκας - καταμετρητήσ, μετρητήσ - non-bank client, nonmember (en) - mesomorfo (es) - ladino (es) - middlebrow (en) - taumaturgo (es) - misogamist (en) - mixed-blood (en) - modern (en) - mother hen (en) - κολοβώτησ - namer (en) - συνονόματος - neglecter (en) - γείτονας, γειτόνισσα - ουδέτερο κράτος, ουδέτερος - nondescript (en) - nonparticipant (en) - persona a la que se le hace el vacío (es) - no fumador (es) - desnudo (es) - nurser (en) - μυστικιστήσ - αισιόδοξος, οπτιμιστής - orphan (en) - ostrich (en) - ejector, ouster (en) - outcaste (en) - amante de la naturaleza (es) - ιδιοκτήτης, κάτοχος - θωπευτήσ, χαϊδεύων - pansexual (en) - συγχωρών - συνέταιρος - διάδικος, συμβαλλόμενος - passer (en) - personage, thingumajig, thingummybob, whatsit (en) - personificación (es) - perspirer, sweater (en) - philosopher (en) - πρόσωπο που επιλέγει π.χ. τους αθλητές μιας ομάδας - pisser, urinator (en) - επινοητής, σχεδιαστής - powderer (en) - προστάτης, σωτήρας - proband, proposita, propositus (en) - public relations person (en) - pursuer (en) - pussycat (en) - quarter (en) - λιπόψυχος - ριζοσπάστης - ρεαλιστής - rectifier (en) - κοκκινομάλλα, κοκκινομάλλης, ξανθοκόκκινος, πυρρόξανθος - registrante (es) - κατευνάστησ - repeater (en) - salvador (es) - rester (en) - controller, restrainer (en) - revenant (en) - εκατομμυριούχος - diestro (es) - riser (en) - romper (en) - braquicéfalo (es) - άρχοντας, αρχόντισσα, διευθυντής, διοικητής, κυβερνήτης, μέλος διοικητικού συμβουλίου - rusher (en) - επιστήμονας - scratcher (en) - desgraciada, desgraciado, mediocre, pobre, pobrecilla, pobrecillo, pobrecita, pobrecito (es) - cloud seeder, seeder (en) - ερευνητής, ερωτών, ζητών - αισθηματίασ - hombre objeto (es) - mover and shaker, shaker (en) - υπογράφων, υπογράψασ - αγαθιάρης, χαζός - six-footer (en) - skidder, slider, slipper (en) - δούλος, σκλάβος - slave (en) - υπναράσ - sloucher (en) - gorgojo (es) - smasher (en) - smiler (en) - sneezer (en) - oledor (es) - οσφραινόμενοσ, ρωθωνίζων - snuffer (en) - ομιλών ερρινώσ - socialiser, socializer (en) - είδος - sounding board (en) - esfinge (es) - expectorator, spitter (en) - sprawler (en) - απορρίπτων - squinter, squint-eye (en) - καταπνίγων - stigmatic, stigmatist (en) - stooper (en) - μοχθών - πειραματόζωο - καρποφόροσ - prepper, survivalist (en) - superviviente (es) - ύποπτος - tapper (en) - πειρασμός, πλάνος - termer (en) - φόβος και τρόμος - καταλίπων διαθήκη, όποιοσ άφισε διαθήκην - pelleja (es) - third-rater (en) - lanzador, tirador (es) - tigre (es) - εγγίζων - reship, transfer, transferee (en) - transexual, transsexual (en) - τραβεστί - κπ. που δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια, που κάνει φιλότιμες προσπάθειες, φιλότιμος - tyrant (en) - opener, undoer, unfastener, untier (en) - χρήστης - vanisher (en) - θύμα, κορόιδο - victoriano (es) - visionario (es) - waiter (en) - waker (en) - walk-in (en) - θέλων, στερούμενοσ - κηδεμονευόμενος - πολεμιστής - watcher (en) - αδύναμο πλάσμα, ανθρωπάκι - αυτός που χώνεται παντού, που δεν κάθεται ήσυχος - winker (en) - withholder (en) - μάρτυρας - χάσκων - ένα τίποτα, ασήμαντο πρόσωπο - ιδεαλιστής - ο μη ειδικός - χωρικός - προγραμματίστρια, προγραμματιστής - εργάτης - κοιμώμενος - cariye (tr) - προστάτης, υπερασπιστής, φύλακας - αποδέκτης, εκκαθαριστής, παραλήπτης - ευρωπαίος - συνέταιρος, συνεργάτης - κατασκευαστής - ήρωας, μοντέλο, πρότυπο, υπόδειγμα - αγωνιζόμενος, αμφισβητίας, αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνιστής - θεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγός - δάσκαλος, δασκάλα, καθηγήτρια, καθηγητής - native (en) - loved one (en) - abator (en) - abjurer (en) - αγνωστικιστής - ancient (en) - anti (en) - anti-American (en) - archaist (en) - assessee (en) - asthmatic (en) - desconsolado (es) - birth (en) - blogger (en) - bluecoat (en) - censor (en) - counterterrorist (en) - ανάπηρος - sorda, sordo (es) - dieter (en) - dyslectic (en) - ethnic (en) - jumper (en) - κατώτερος, νεότερος, υφιστάμενος - kink (en) - married (en) - monolingual (en) - mouse (en) - nonpartisan, nonpartizan (en) - nonresident (en) - player (en) - posturer (en) - segregate (en) - sex symbol (en) - showman (en) - καλόβολος άνθρωπος - stranger (en) - supernumerary (en) - tagger (en) - tagger (en) - totemist (en) - turner (en) - visually impaired person (en) - weasel (en) - worldling (en) - ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να κάνει κτ.[Spéc.]

ατομικότητα[Propriété~]

μονός, που προορίζεται για ένα άτομο[Rel.App]

humano (es)[Rel.Pr.]

καθιστώ προσωπικόν, προσωποποιώ - personificar (es) - θανάσιμη, θανάσιμο, θανάσιμος, θνητή, θνητό, θνητός - personhood (en)[Dérivé]

ατομικότητα, προσωπικότητα - ανατομία, ανθρώπινο σώμα, σωματική κατασκευή, σώμα[Desc]

άνθρωπος (n.) • άτομο (n.) • ανθρώπινο ον  • θνητός (n.) • τύπος (n.)

-

 


   Publicidad ▼