» 

diccionario analógico

しせつ; せいぶつ; 施設; 生物οργανισμός[ClasseHyper.]

しせつ; せいぶつ; 施設; 生物οργανισμός[ClasseHyper.]

biology (en)[Domaine]

Organism (en)[Domaine]

いきもの, かつぶつ, 活物, 生き物, 生物ζωντανός οργανισμός, μορφή ζωής, ον[Hyper.]

ある, いらせられる, いらっしゃる, いる, お出でなされる, お出でになる, 在す, 在る, 在世, 在世+する, 存する, 居る, 御出でなされる, 御出でになる, 御出なされる, 有る, 生きる, 生存, 生存+する, 生息, 生息+するβιώνω, ζω - 器官の, 器質性οργανικός, που έχει σχέση με τα όργανα του σώματος - organic (en) - organismal, organismic (en)[Dérivé]

じゅうみん, じんこう, 人口, 住民, 個体群πληθυσμός[Desc]

底生動物 - 従属栄養体 - こじん, じん, それがし, だれか, なにものか, にんげん, ひとかどのじんぶつ, もの, やつ, 一角の人物, 人, 人間, 何者か, 個人, 奴, 某, 者, 誰かάνθρωπος, άτομο, ανθρώπινο ον, θνητός, τύπος - ''savage beast'': 猛獣, ''wild beast'': 野獣 , 4つ脚, 4つ足, いきもの, けだもの, けもの, ちくしょう, どうぶつ, アニマル, 動物, 四つ脚, 四つ足, 毛の荒物, 獣, 獣畜, 珍獣, 生き物, 生体, 生物, 生類, 畜生, 鳥獣δημιούργημα, ζώο, θεριό, θηρίο, κτήνος, ον - しょくぶつ, 植物, 草木φυτό - conspecific (en) - 住人 - 複二倍体αμφίβιο - 二倍体διπλοειδής οργανισμός - 半数体απλοειδής οργανισμός - いすうたい, 異数体ετεροαπλοειδής οργανισμός - 倍数体πολυπλοειδής οργανισμός - ζωύφιο - 微生物μικροοργανισμός - こうきせいせいぶつ, 好気性生物αερόβιος οργανισμός - 嫌気生物αναερόβιος οργανισμός - あいのこ, 交配種, 交雑種, 合いの子, 合の子, 間の子διασταύρωση, υβρίδιο - 多形πολύμορφος οργανισμός - 同属の動植物, 同属種, 同族 - ふゆうせいぶつ, プランクトン, 浮遊生物πλαγκτόν - 遊泳動物 - 宿り木, 宿木, 寄生体, 寄生木, 寄生物, 寄生生物, 寄生虫παράσιτο - 宿主ξενιστής - comensal (es) - mirmecófilo (es) - 真核生物ευκαρυωτικός οργανισμός - 原核生物προκαρυωτικός οργανισμός - ζωόφυτο - クローンκλώνος - 先祖返り, 隔世遺伝 - とくい, とくゆう, どくとく, 個々, 個体, 個個, 其々, 其れ其れ, 其其, 各個, 各自, 夫々, 夫れ夫れ, 夫夫, 特有, 特異, 独特, 箇々, 箇箇, 銘々, 銘銘άτομο - マスコットγούρι, μασκότ - ミュータント, 変異体, 変種, 突然変異体μετάλλαξη, μεταλλαγμένος οργανισμός - sitter (en) - stander, wood column (en) - utterer, vocaliser, vocalizer (en) - organismo no vascular (es) - 残存生物είδος υπό εξαφάνιση - 雑菌σαπρόφυτο - σαπρόβιος, σαπρόφιλος οργανισμός - καθαρόβιος οργανισμός - にぎやか, 生き物, 生命, 生活, 賑やかζωή, τρόπος ζωής - γένος φυτών - dwarf (en) - parent (en) - native (en) - recombinant (en) - carrier (en) - postdiluvian (en) - きのこ, きんるい, しんきん, キノコ, 真菌, 真菌類, 茸, 菌, 菌類αμανίτης, μανιτάρι, μύκης, μύκητας[Spéc.]

ある, いらせられる, いらっしゃる, いる, お出でなされる, お出でになる, 在す, 在る, 在世, 在世+する, 存する, 居る, 御出でなされる, 御出でになる, 御出なされる, 有る, 生きる, 生存, 生存+する, 生息, 生息+するβιώνω, ζω - organismal, organismic (en) - organic (en) - 器官の, 器質性οργανικός, που έχει σχέση με τα όργανα του σώματος[Dérivé]

セル, 細胞κύτταρο - 身体部位μέρος σώματος[Desc]

組織ιστός[Element]

bioluminescent (en) - 細胞のκυτταρικός - actinal (en) - せつごうし, 受精卵, 接合子ζυγωτής - parthenote (en) - ゆうきかがく, 有機化学οργανική χημεία - 地層, 層 - しんちんたいしゃ, たいしゃ, 代謝, 同化作用, 新陳代謝 - 形態形成[Domaine]

οργανισμός (n.m.) • せいぞん ( ) • 有機体 (n.) • 生き物 (n.) • 生体 (n.) • 生存 ( ) • 生活体 (n.)

-

 


   Publicidad ▼