» 

diccionario analógico

take it on the chin (en) - fallar, faltar, no asistirδεν πετυχαίνω, χάνω ραντεβού - overreach (en) - acibarar, aguar, amargar, arruinar, cagarla, chafallar, chapucear, dañar, echar a perder, embarullar, emponzoñar, estropear, frangollar, joder, joderla, jorobar, mullir, pifiarεκτελώ αδέξια, κάνω άτεχνα, τα θαλασσώνω, τα κάνω θάλασσα, τα κάνω μούσκεμα, φουσκώνω - strike out (en) - fall (en) - shipwreck (en) - estrellarse, fracasar, hacer gracia no, meter la pata, naufragar, quedar en agua de borrajas, quedar en agua de cerrajas, quedar en nada, quedarse en la estacada, tirarse una plancha, venirse abajoέχω αποτυχία, αποτυγχάνω, πέφτω στο κενό[Spéc.]

corte, fallo, fracaso, suspensoαποτυχία, βλάβη - αποτυχία - aborto, errorαποβολή, αποτυχία, δικαστική πλάνη - desamparado, desfavorecido, desvalido, fracasado, perdedorάνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αποτυχημένος - fracaso, quiebraαποτυχία[Dérivé]

conseguir algo, conseguir triunfar, llegar lejos, prosperar, suceder, tener éxito, tener éxito en algo, tener lugar, triunfarεπιτυγχάνω, καταφέρνω, πάω μπροστά, πετυχαίνω, προκόβω, προοδεύω επαγγελματικά, τα καταφέρνω, τελεσφορώ[Ant.]

equivocarse  • salir mal  • zozobrar (v.) • αποτυγχάνω (v.) • κάνω λάθος  • πάω στραβά  • σφάλλω

-

 


   Publicidad ▼