» 

diccionario analógico

mener à son terme (réussite) qqch (fr)[Classe]

factotum (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

conseguir algo, conseguir triunfar, llegar lejos, prosperar, suceder, tener éxito, tener éxito en algo, tener lugar, triunfarεπιτυγχάνω, καταφέρνω, πάω μπροστά, πετυχαίνω, προκόβω, προοδεύω επαγγελματικά, τα καταφέρνω, τελεσφορώ[Hyper.]

logro, realizaciónεπίτευγμα, επίτευξη, ολοκλήρωση - consecución, logroεπίτευξη, πραγματοποίηση - éxito, ganador, persona que tiene éxitoεπιτυχημένος, κατορθωτήσ - abordable, agible, alcanzable, concebible, dable, factible, hacedero, manejable, realizable, viableβολετός, επιτεύξιμος, εφικτός, κατορθωτός, πραγματοποιήσιμος, στα μέτρα μου - alcanzable[Dérivé]

 


   Publicidad ▼