Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

αμύνομαι, αναλαμβάνω την υπεράσπιση κπ. στο δικαστήριο, υπερασπίζομαιdefender - αποκλείω, δεν εισέρχομαι, εμποδίζω, επισκιάζω, κλειδώνω έξω, μένω ή κρατώ κπ. έξωcerrar la puerta, excluir, no dejar entrar, no dejar pasar, privar, retirar - hold (en) - αποτρέπω, κρατώ ή κρατιέμαι σε απόστασηa distancia mantener, mantener a distancia - tachar - δυσκολεύω, εμποδίζω, παρακωλύω, παρεμποδίζωdificultar, dificultar, entorpecer, entorpecer, estorbar, impedir, obstaculizar, obstruir, retrasar - εμποδίζωcancelar por la lluvia[Spéc.]

εμπόδιο, παρεμπόδιση, πρόληψηpredisposición, prevención - προληπτικόςpreservativo, preventivo, profiláctico[Dérivé]

κρατώ[Domaine]

αφήνω, εγκρίνω, επιτρέπω, καθιστώ κτ. εφικτόdejar, permitir - δεν μπορώ να εμποδίσωno poder evitar[Ant.]

evitar (v.) • impedir (v.) • imposibilitar  • interferir (v.) • εμποδίζω (v.) • προλαβαίνω (v.) • σταματώ κπ. (v.)

-

 


   Publicidad ▼