Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

υπηρετώexercer, servir - bank (en) - fill, occupy, take (en) - σοφάρω - tinker (en) - θητεύω, υπηρετώservir - furar uma greve - δουλεύω σαν σκλάβος, δυσκολεύομαι, εργάζομαι σκληρά ως ανειδίκευτος εργάτης, κοπιάζω, μου βγαίνει το λάδι στη δουλειά, πασχίζωesforçar-se, lidar, trabalhar - farm (en) - δουλεύω σε δύο δουλειές, είμαι διπλοθεσίτηςfazer bico - job (en) - man (en) - στρώνομαι - subcontratar (es) - turn a trick (en) - είμαι ελεύθερος επαγγελματίαςtrabalhar por conta própria[Spéc.]

travail (fr)[Nominalisation]

retravailler (fr)[A Nouveau]

εργασίαbiscate, emprego, ocupação - δουλεύτηςtrabalhador[Dérivé]

βάζω στη δουλειά[Cause]

ασκώ το επάγγελμα, εξασκώ, εφαρμόζω, κάνωexercer, praticar, ter a profissão de - βάζω κπ. να δουλεύει, δουλεύω, εργάζομαιtrabalhar - δουλεύωtrabalhar[Domaine]

ter emprego  • απασχολούμαι  • δουλεύω

-

 


   Publicidad ▼