» 

diccionario analógico

transport (en)[Domaine]

Transfer (en)[Domaine]

κουβαλώ, μεταφέρωcargar, llevar, transportar[Hyper.]

διαμετακόμιση, μεταβίβαση, μετακίνηση, μεταφορά, μεταφορικό μέσοacarreo, acarreto, conducción, paso, porte, transferencia, tránsito, transmisión, transportación, transportamiento, transporte, traspaso, viaje - μεταφορική ταινία, ταινιόδρομοςbanda transportadora, cinta transportadora, transportador, trasportador - μεταφορέας, νταλίκαportador, transportador, transportista[Dérivé]

κομίζω, πηγαίνω και φέρνω κτ., φέρνωcoger, ir a buscar, ir por, llevar, traer - συνοδεύω - έλα, έρχομαι acercarse, llegar, venir[Domaine]

fetch (en) - transit (en) - μεταφέρωtransportar, transportar en transbordador - γυρίζω κτ. πίσω, επανέρχομαι, επαναφέρω, επιστρέφω, θυμίζω, θυμίζω κτ. σε κπ., ξαναγυρίζωde nuevo llevar, devolver, recordar, trasladar - tube (en) - whisk (en) - είμαι αγωγός, εκπέμπω, μεταφέρωcanalizar, cargar, conducir, encauzar, transmitir, transportar - land (en) - πέφτω σε ξέραabarrancar, embarrancar, enarenarse, encallarse, varar[Spéc.]

διαμετακόμιση, μεταβίβαση, μετακίνηση, μεταφορά, μεταφορικό μέσοacarreo, acarreto, conducción, paso, porte, transferencia, tránsito, transmisión, transportación, transportamiento, transporte, traspaso, viaje - μεταφορική ταινία, ταινιόδρομοςbanda transportadora, cinta transportadora, transportador, trasportador - μεταφορέας, νταλίκαportador, transportador, transportista[Dérivé]

κομίζω, πηγαίνω και φέρνω κτ., φέρνωcoger, ir a buscar, ir por, llevar, traer - συνοδεύω[Domaine]

κατεβάζω, χαμηλώνωabatir, arriar, bajar, bajarse, rebajar - ανυψώνωalzar, elevar, erguir, levantar, subir - μεταφέρωadelantarse - παράγωlanzar, producir, sacar[Analogie]

acarrear (v. trans.) • adquirir (v.) • conducir (v. trans.) • devolver (v.) • llevar (v.) • percibir (v. trans.) • recibir (v. trans.) • sacar (v.) • tomar (v.) • traer (v.) • transportar (v.) • άγω (v.) • αγοράζω (v.) • λαμβάνω (v.) • παίρνω (v.) • πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου (v.) • φέρνω (v.)

-

 


   Publicidad ▼