» 

diccionario analógico

escalarανέρχομαι με σκάλα - escalar - αναρριχώμαι - dedicarse al montañismoορειβατώ - ride (en)[Spéc.]

alpinista, escalador, escaladoraορειβάτης[PersonneQui~]

ascenso, escalada, gateado, subida, trepa, trepadaάνοδος, ανάβαση, αναρρίχηση, σκαρφάλωμα - crampón, garfio - alpinismo, escalada, montañismoανάβαση - ascenso, cuesta, pendiente, subidaανάβαση, ανήφορος, ανηφόρα, πλαγιά, ύψωμα - climber, mounter (en) - climber (en)[Dérivé]

elevarse aδιασκελίζω, ιππεύω, κάθομαι καβάλα[Analogie]

ascender (v.) • aumentar  • crecer (v.) • elevarse (v. intr.) • encaramarse a (v.) • encaramarse sobre (v.) • escalar (v.) • montar (v. trans.) • subir (v.) • subirse a (v.) • subirse sobre (v.) • trepar (v. intr.) • trepar a (v.) • ανέρχομαι (v.) • ανεβαίνω (v.) • αυξάνομαι  • σκαρφαλώνω (v.)

-

 


   Publicidad ▼