» 

diccionario analógico

ir andando; ir a pie; andadura; andar; caminar; excursionismo; pasear; ir en el coche de San Fernando; ir en el coche de San Franciscoπερπάτημα[ClasseHyper.]

desplazarse, ir, moverse, viajarκινούμαι, περπατώ, πηγαίνω[Hyper.]

andadura, andar, caminar, excursionismo, pasearπερπάτημα - caminata, camino, paseoβόλτα / απόσταση με τα πόδια, περίπατος, περπάτημα - adarve, pasaje peatonal, pasarela, veredaδρόμος περιπάτου, πεζόδρομος - andar, andares, modo de andarπερπατησιά - peatón, peatona, transeúnte, viandanteπεζοπόρος, πεζός[Dérivé]

παίρνω αέρα, περπατώ - pasear - escoltar, pasear conακολουθώ, συνοδεύω, συνοδοιπορώ - andar, caminarβαδίζω σε, βγάζω βόλτα, διέρχομαι, περπατώ, πηγαίνω με τα πόδια - caminarβαδίζω, βηματίζω, περπατώ, προχωρώ - andar, caminarβαδίζω[Domaine]

ir, ir en, montar, pasear en cocheκαβαλώ, πηγαίνω[Ant.]

abrir, bailar, batir, caminar, hollar, ir dando, pedalear, pisar, pisotear - lollop (en) - tap (en) - tropezar - ir andando, ir en el coche de San Fernando, ir en el coche de San Francisco - toe (en) - caminar penosamenteβαδίζω ασκοπώσ - deambular, pasearσουλατσάρω - περιπατώ - avanzar cautelosamente/sigilosamente, caminar de puntillas, deslizarse, escabullirse, moverse despacio/furtivamente, moverse sigilosamenteακροπατώ, γλιστρώ, γλιστρώ αθόρυβα, κινούμαι στα κλεφτά, πατώ στις μύτες των ποδιών μου - διέρχομαι, περνώ - bailar, cabriolar, contonearse, encabritarse, hacer cabriolas, pavonearse, saltarκορδώνομαι, περπατώ κορδωμένος - pasear dormido, ser sonámbuloυπνοβατώ - escabullirse, moverse a hurtadillas, moverse sigilosamenteγλιστρώ, πηγαίνω στα κλεφτά - andar con dificultad, cojear, estar cojo, renguear, renquearκουτσαίνω, πηγαίνω κουτσό, χωλαίνω - andar arrastrando los pies, caminar arrastrando los pies, deambular, remolonearσέρνω τα βήματά μου, σέρνω τα πόδια μου - callejear, deambular, deambular, dar una vuelta, pasear, pasearse, pasearse sin un objetivo fijo, vagarβολτάρω, κάνω βόλτα, κάνω βόλτες, σεργιανίζω, σεργιανώ, σουλατσάρω - barzonear, dar barzones, dar un paseo, deambular, ir sin prisa, ir tranquilamente, pasear, pasearseβαδίζω ανέμελα, σεργιανίζω - merodear, rondarέτοιμος να επιτεθώ, καραδοκώ, κινούμαι μυστικά - skulk (en) - anadear, andar como un pato, bambolearse, dar los primeros pasos, tambalearseαρκουδίζω, περπατώ σαν πάπια, πρωτοπερπατώ - promenade (en) - dar zancadas, marchar - andar a zancadasδρασκελίζω, περπατώ με μεγάλα βήματα - andar, a pie ir, caminar, dar una caminata, ir a pie, ir caminando, montar, pasear, subirseπεζοπορώ, περπατώ - andar arrastrando los pies, arrastrar los pies, arrastrarse, caminar, caminar/avanzar trabajosamente, caminar con dificultad, ir de puntillas, moverse con trabajo, trabajar duroαλαφροπατώ, κινούμαι με δυσκολία, μοχθώ, περπατώ με κόπο, προχωρώ με δυσκολία, σέρνομαι - andar de puntillas, de puntillas caminar, ponerse, ponerse/de puntillas caminarπερπατώ στις μύτες των ποδιών, στέκομαι στις μύτες των ποδιών - βαδίζω αγέρωχα, παρακολουθώ κρυφά, στήνω ενέδρα - flounce (en) - andar tambaleándose, nanear, tambalearse, titubear, vacilarπαραπαίω, τρεκλίζω, τρικλίζω - patalearπαραδέρνω, παραπατώ, τρεκλίζω, τσαλαβούτω - andar pisando muy fuerte, caminar pesadamente/con pasos pesados, dar patadas, hollar, moverse pesadamente, patear, pisotearπερπατώ βαριά, ποδοπατώ - caminarκινούμαι βαριά και αδέξια, περπατώ, τρέχω με βαριά πατήματα - andar a trancos, andar pasos, a otro ir de un lado, barloventear, dar zancadas, ir y venir, pasearse de un lado a otroβηματίζω - patear, pisar, pisotear - andar con un aire gacho, andar desgarbadoκαμπουριάζω, περπατάω ή στέκομαι σκυφτά, τεμπέλικα - andar con pasos medios, andar de manera amaneradaπερπατώ με γοργά βηματάκια - hollar, pisar fuerteπερπατώ με βαριά βήματα - andar, caminar, marcharπροχωρώ - step (en) - pasarπερνώ το χρόνο μου - spacewalk (en)[Spéc.]

andadura, andar, caminar, excursionismo, pasearπερπάτημα - caminata, camino, paseoβόλτα / απόσταση με τα πόδια, περίπατος, περπάτημα - adarve, pasaje peatonal, pasarela, veredaδρόμος περιπάτου, πεζόδρομος - andar, andares, modo de andarπερπατησιά - peatón, peatona, transeúnte, viandanteπεζοπόρος, πεζός[Dérivé]

avanzar dando tropezones/traspiés, trompicar, tropezar, tropezar conπερπατάω με αστάθεια, σκοντάφτω, σκουντουφλώ - παίρνω αέρα, περπατώ - pasear - escoltar, pasear conακολουθώ, συνοδεύω, συνοδοιπορώ - andar, caminarβαδίζω σε, βγάζω βόλτα, διέρχομαι, περπατώ, πηγαίνω με τα πόδια - andar, caminarβαδίζω[Domaine]

ir, ir en, montar, pasear en cocheκαβαλώ, πηγαίνω[Ant.]

andar (v.) • caminar (v.) • pasear (v.) • βαδίζω (v.) • περπατώ (v.)

-

 


   Publicidad ▼