Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

in Umlauf sein - trasladar (es) - εξαρθρώνω, μετακινούμαι, μετατοπίζομαιverrenken - απεικονίζω - θέτω, τοποθετώ στη θέση καθήκοντοςaufstellen - agitate, commove, disturb, raise up, shake up, stir up, vex (en) - δίνω, διαβιβάζω, μεταβιβάζω, μεταδίδω, μεταφέρω, παραδίδω, πασσάρωausrichten, darreichen, durchgeben, herhalten, herüberreichen, hinhalten, hinreichen, reichen, -tragen, überbringen, übermitteln, verlagern, weitergeben, weiterleiten, weiterreichen - περνώ από χωνί, συγκεντρώeintrichtern, kanalisieren, leiten, schleusen - δονώ, επισείω, κραδαίνω, πάλλω, σείωfuchteln, schwenken, schwingen, zur Schau stellen - τραβώfesseln - κουβαλώ, μεταφέρωschaffen, tragen - zerren - ανακατεύω, ανακατώνω - βάζω, ποζάρω, τοποθετώaufstellen, in Positur stellen, legen, positionieren, räumen, setzen, stellen, tun - απασχολώ, βάζω ταχύτηταeinrasten lassen - εξωθώ, κινώ προς τα μπρος, προωθώantreiben, treiben - λανσάρω, ξεκινώ, προωθώin Gang setzen - διπλώνω, τυλίγωwälzen, wickeln - ξετυλίγομαι, ξετυλίγωabwickeln, entrollen - στριμώχνομαι, στριμώχνωquetschen - work (en) - εκχέω, εκχύνω, χύνω - ξεχειλίζω, πλατσαρίζω, τσαλαβουτώ, χύνομαι, χύνωschwappen, sich ergießen, verschütten - ανατρέπωabwerfen - διαχωρίζω, κρατώ κτ. χωριστά, ξεχωρίζω, χωρίζω, χωρίζω κτ. σε μέρηdistanzieren, sich trennen, trennen - ξεριζώνωausreißen, zupfen - depress, press down (en) - μεταφέρωhochheben und wegtragen, tragen - flick, riffle, ruffle (en) - work (en) - take back (en) - flanken, vorlegen, zentrieren - pump (en) - σκανάρωskandieren - αναστατώνω, προκαλώ σοκerschüttern - νανουρίζωschwanken, sich wiegen, wiegen - γυρίζω, περιστρέφω, στριφογυρίζω - μετακινώ βίαια, σπρώχνωanstoßen, drängen, drücken, rücken, schieben, stoßen - κουνιέμαι, λικνίζομαι - fluctuar (es) - pulse (en) - αλλάζω θέση, αλλάζω κατεύθυνση, μετακινώ, μετατοπίζω, ξεκολλώentfernen, umspringen, verrücken, verschieben - γλιστρώgleiten - rühren - play (en) - αναποδογυρίζω, ανατρέπω, ρίχνω, τουμπάρωumkippen, umwälzen - μεταφέρω - διευθύνω, κατευθύνω, μετακινώ κτ. με ταχύτητα, οδηγώ, προσανατολίζω, στέλνωhinsenden, schicken, senden - μεταφέρωbefördern, transportieren - saltate (en) - κατεβάζω, χαμηλώνωabhängen, herabwürdigen, herunterlassen, herunternehmen, niederholen, niederlassen, senken - ανεβάζω, σηκώνω, υψώνωheben - ανυψώνω, υψώνωerheben - αφήνω κτ. να πέσει, μου πέφτει κτ. από τα χέρια, ρίχνωaufgeben, fallenlassen, fallen lassen - βουλιάζω, βυθίζω, εισδύω, καταποντίζω, χώνομαι, χώνωsenken - μεταφέρω - απομακρύνω, αποπέμπω, απωθώ, διαλύω, διώχνω, διώχνω κπ. τρομάζοντάς τον, εκδιώκωaufjagen, auseinandertreiben, davonjagen, fernhalten, fortjagen, hochjagen, scheuchen, verjagen, verscheuchen, vertreiben, wegjagen - μεταθέτω, μετατίθεμαι, μετατοπίζω, μεταφέρωabschieben, räumen, verlegen, versetzen - displace (en) - füllen, über-füllen - circulate (en) - διανέμω, κατανέμω, μοιράζωin Umlauf sein - διώχνω, εκβάλλω, εκδιώκω - πάω, πηγαίνωkarren, kutschen, kutschieren - race, rush (en) - whoosh, woosh (en) - ξεχύνομαι, ρέω - extraer (es) - atraer la atención del público a costa de alguien (es) - λικνίζω, ταλαντεύω - γυρίζω - γυρίζω, περιστρέφω - γυρίζωeine Biegung machen - γλιστρώ - τρέχω - pfeifen - ανεμίζω, κυματίζω, φτεροκοπώhin und her bewegen, schlagen - singsong (en) - hustle (en) - παρασύρω, παρασύρω με νερόwegschwemmen - rake (en) - umwehen - drag (en) - έλκω, τραβώ - lateralize (en) - translate (en) - hit, strike (en) - αλλάζω ιδιοκτήτη, αλλάζω χέριden Besitzer wechseln - μεταβιβάζω - αποβάλλωabschieben, ausstoßen, ausweisen, des Landes verweisen, verweisen - ακολουθώ, παίρνωnehmen - slip (en) - sling (en)[Spéc.]

αλλαγή θέσης, κίνησηbewegen, Bewegung - κίνηση, μετακίνησηBewegung - Möbelspediteur - κτ. για να που χρησιμοποιείται απομακρύνει κτ. άλλο, κτ. που χρησιμοποιείται για να απομακρύνει, μεταφορέαςMöbelpacker, Möbelräumer, Umzügler, Umzugsmann[Dérivé]

λακτίζωballern, kicken, knallen, schießen, spitzeln, stoßen, treten, wuchten - αίρω, βαστάζω, μεταφέρω, υποβαστάζω, φέρωtragen - μεταφέρωübertragen - κινούμαι, περπατώ, πηγαίνωbewegen, fortbewegen, gehen[Domaine]

bewegen (v. trans.) • verdrängen (v.) • εκτοπίζω (v.) • μετακινώ (v.) • μετατοπίζω (v.)

-

 


   Publicidad ▼