» 

diccionario analógico

emanar, escaparseαπορρέω - abordar, acercarse a, dirigirse a, llamarαπευθύνομαι, αποτείνομαι, πλευρίζω, πλησιάζω απειλητικά - andar cerca de, andar porκοντεύω, πλησιάζω, φτάνω - acercar, acercarse, acercarse a, allegarse a, apropincuarse, aproximar, aproximarse, aproximarse a, avecinarse, meterse, ponerseζυγώνω, πλησιάζω, προσεγγίζω, σιμώνω[Spéc.]

acercamiento, aproximación, proximidad[Dérivé]

coger, ir a buscar, ir por, llevar, traerκομίζω, πηγαίνω και φέρνω κτ., φέρνω - συνοδεύω - acarrear, adquirir, conducir, devolver, llevar, percibir, recibir, sacar, tomar, traer, transportarάγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνω[Domaine]

ascender, elevarse, levantarse, nacer, subirανέρχομαι, ανατέλλω, ανεβαίνω, βγαίνω, εμφανίζομαι - a la salir superficie, nacerέρχομαι στην επιφάνεια, ανέρχομαι, αναδύομαι - conseguir algo, conseguir triunfar, llegar lejos, prosperar, suceder, tener éxito, tener éxito en algo, tener lugar, triunfarεπιτυγχάνω, καταφέρνω, πάω μπροστά, πετυχαίνω, προκόβω, προοδεύω επαγγελματικά, τα καταφέρνω, τελεσφορώ - durar, sobrevivir, superarζω και μετά από, ζω μετά το θάνατο άλλων, ζω μετά τον θάνατο άλλων - combinar con, estar incluido en, hacer juego con, ir bien con, ir conέρχομαι μαζί, πουλιέμαι μαζί με κτ. άλλο, συνοδεύω, ταιριάζω[Analogie]

irse, irse, partir, marcharse, partir, salirαναχωρώ, απομακρύνω, φεύγω[Ant.]

acercarse (v.) • llegar (v.) • venir (v.) • έλα (v.) • έρχομαι (v.)

-

 


   Publicidad ▼