» 

diccionario analógico

απλώνομαι, διαδίδομαι, κυκλοφορώcircular, correr, desplegarse, difundirse, esparcirse, propagarse - carry (en) - μετακινώ σιγά σιγάmover con cuidado - pasar zumbando - κινούμαι ανάλαφρα - swap (en) - seek (en) - whine (en) - fly (en) - ride (en) - come (en) - ghost (en) - betake oneself (en) - sobrevolar - ταξιδεύωviajar - διευθύνομαι, διευθύνω, πηγαίνωencaminarse a - do (en) - raft (en) - κυκλοφορώ, μετακινούμαι, προχωρώcircular, desplazarse, moverse - repair, resort (en) - ταξιδεύω με σταθερή ταχύτηταcruzar, ir a velocidad de crucero, navegar - ταξιδεύωir por - έλα, έρχομαι acercarse, llegar, venir - παίρνω στροφήgirar, virar - αργοκυλώ - push (en) - travel purposefully (en) - flamear, ondear - πεζοπορώ, περιπλανιέμαι, περιπλανώμαι, περιφέρομαι, πλανώμαι, τριγυρίζω, χαζολογάω, χασομεράωapartarse, caminar mucho, dar una caminata, deambular, desviarse, errar, hacer excursiones, pasearse sin propósito, recorrer, vagabundear, vagar - παίρνω αέρα, περπατώ - ελίσσομαιarremolinar, culebrear, hacer culebra, hacer eses, serpentear, zigzaguear - forge, spirt, spurt (en) - έρπω, μπουσουλώ, προχωρώ πολύ αργά, σέρνομαιandar a cuatro pies, andar a gatas, arrastrar, arrastrarse, avanzar lentamente, deslizarse, gatear, reptar - αγωνίζομαιluchar entre sí por, pelearse por, salir de prisa - γλιστράω, γλιστρώdeslizarse, resbalar - τσουλώdar vueltas, rodar - γλιστράω, γλιστρώdeslizarse, planear - αναπηδώ, κάνω κπ. ή κτ. να αναπηδήσειbotar, hacer botar, rebotar, saltar - entrar como unas pascuas - παρασύρομαι από φύσημα, παρασύρω, συμπαρασύρωflotar, flotar en la superficie, moverse con el aire, nadar, salir volando, sobrenadar, viento - play (en) - επιπλέω, επιπολάζω, κολυμπώflotar, nadar - βαδίζω, περπατώandar, caminar, pasear - ακολουθώ διακλάδωση, αλλάζω κατεύθυνση, γυρίζω, στρίβωdoblar, girar, torcer - circle (en) - slice into, slice through (en) - ξεστρατίζω, παρασέρνομαι, παρασέρνω, παραστρατώdejarse llevar, extraviarse, moverse empujado, perderse - run (en) - βαδίζω, βηματίζω, περπατώ, προχωρώcaminar - οδηγώ, ταξιδεύω με αυτοκίνητοir en coche, manejar - ταξιδεύω με τροχοφόροir, ir en coche, rodar, rodar, ir, viajar - κάνω σκιesquiar - πετώ, φτερουγίζωnavegar, volar - steam, steamer (en) - carretear, rodar por la pista - transportar en transbordador - ιππεύω, καβαλάω, καβαλικεύω - αναπηδώ, εκτινάσσομαι - καλύπτω απόσταση κολυμπώντας, κολυμπώnadar - ανέρχομαι, ανεβαίνωalzar, alzarse, ascender, elevar, erguir, erguirse, levantar, subir - αναρριχιέμαι, ανεβαίνω - κατεβαίνωbajar, descender - πέφτωbajar, caerse, descender - πηγαίνω με / κάνω ζιγκ-ζαγκculebrear, zigzaguear - ακολουθώseguir - adelantarse, avanzarse, dirigirse a, internarse, ir hacia adelante - απομακρύνομαι, αποσύρομαι, κάνω πίσω, υποχωρώalejarse, andar de espaldas, apartarse, dar un paso hacia atrás, ir hacia atrás, moverse hacia atrás, recular, retirarse, retroceder - retrograde (en) - βαστώ, διαρκώ, εξακολουθώ, κρατώ, συνεχίζομαιavanzar, continuar, proceder, seguir - οπισθοχωρώ - κάνω πανοραμική λήψηpanoramizar - ακολουθώ, παρακολουθώperseguir, seguir - δέιχνω το δρόμο, δείχνω το δρόμο, οδηγώ, προηγούμαι, προπορεύομαιanteceder, enseñar/mostrar el camino, ir adelante, preceder - ακολουθώ τα ίχνη, καταδιώκω, παρακολουθώ από κοντάcorrer tras, correr tras/detrás de, de cerca seguir, ir detrás de, irse tras, ir tras, ir tras de, ojear, perseguir, pisarle los talones a alguien, rastrear, seguir, seguir a alguien, seguir la pista - γυρίζω, γυρίζω πίσω, επανέρχομαι, επιστρέφω, επιστρέφω σεregresar, retornar, volver, volver a, volverse atrás - descarrilar - congregarse - ακομπανιάρω, συνοδεύω, συνταξιδεύω, συντροφεύωacompañar, ir con, venir con - billow (en) - κυκλοφορώcircular - βάζω σε κύκλο, γύρω από σχηματίζω κύκλοmoverse en círculo, rodear, trazar un círculo - angle (en) - περνώatravesar - περνώ, περνώ απόpasar, pasar por - βιάζομαι, επισπεύδωacelerar, apresurarse, darse prisa - οδηγώ με υπερβολική ταχύτηταir con exceso de velocidad - zoom (en) - drive (en) - περνώ σαν αστραπή, σπεύδω, τρέχω, τρέχω σαν αστραπήabalanzarse, acelerar, apresurarse, a toda prisa ir, correr, darse prisa, ir a toda velocidad, ir corriendo, lanzarse, pasar como un rayo, precipitarse - σέρνω τα βήματά μουarrastrarse, caminar penosamente, ir arrastrando los pies, ir con aire desanimado - transportar en transbordador - hiss, whoosh (en) - αρπάζω, παίρνω γρήγοραllevar rápidamente - ορμώ ανεξέλεγκταcorrer, correr a toda velocidad, ir a toda velocidad - κάνω περιοδείαcircundar, rodear - lance (en) - go around, outflank (en) - propagarse - πλησιάζω, προσεγγίζω - change, transfer (en) - swash (en) - βηματίζω - πατώhollar, pisar, pisotear - step (en) - abalanzarse, arrojarse, precipitarse - retreat (en) - «σφυρίζω», παράγω σφυριχτό ήχο καθώς κινούμαι, σφυρίζωentrar zumbar, pasar silbando, pasar zumbando, pasar zumbando/silbando/volando - island hop (en) - βγάζω από τη μέση, οργώνω, προχωρώ με δυσκολία - κινούμαι απότομα και ακανόνιστα, παραπατώ, τινάζομαιtambalearse, titubear, vacilar - sift (en) - fall (en) - drag (en) - run (en) - bang (en) - precess (en) - move around, travel (en) - ιππεύω, καβαλικευω, καβαλικεύω, καβαλώmontar a, montar a/en - snowshoe (en) - beetle (en) - pull (en) - swim (en) - tram (en) - caravan (en)[Spéc.]

αλλαγή θέσης, κίνησηmovimiento, traslado - μετακίνησηlocomoción - fuerza motriz, locomoción, motilidad, motricidad - δράση, κίνησηmovimiento - αλλαγή θέσηςdesplazamiento - ταξιδιώτηςviajero - mover (en) - εμπρός! να λοιπόν!que sea lo que Dios quiera, vamos allá - κινητήριοσlocomotor, motor[Dérivé]

εκδράμωviajar[Cause]

steer (en) - βρίσκω, καταλήγω, καταλήγω σε, πιάνω, φθάνω, φτάνωalcanzar, dar en, llegar, llegar a, llevar a, terminar en - δεν πετυχαίνω, χάνω ραντεβούfallar, faltar, no asistir - εκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζωdesplazar, mover[Domaine]

εγκαταλείπωirse, marcharse, mudar, mudar de casa, mudarse, mudarse de casa - ανέρχομαι, ανεβαίνω, αυξάνομαι, σκαρφαλώνωascender, aumentar, crecer, elevarse, encaramarse a, encaramarse sobre, escalar, montar, subir, subirse a, subirse sobre, trepar, trepar a - βασιλεύω, δύωesconderse, hundirse, poner, ponerse - βουλιάζω, βυθίζομαι, βυθίζω, καταποντίζωhundir, hundirse, irse a pique, naufragar, sumergirse, sumirse - μεσολαβώ, παρέρχομαι, προχωρώavanzar, caducar, correr, expirar, pasar, sucederse, transcurrir[Analogie]

μένω στάσιμος[Ant.]

desplazarse (v.) • ir (v.) • moverse (v. intr.) • viajar (v.) • κινούμαι (v.) • περπατώ (v.) • πηγαίνω (v.)

-

 


   Publicidad ▼