Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

γαληνεύω, ηρεμώ κπ. ή κτ.adormecer, calmar - compose (en) - ειρηνεύω, εξευμενίζω, κατευνάζωaliviar, apaciguar, aplacar, calmar, encantusar, encatusar, engaitar, engatusar, ganarse, pacificar, saciar, satisfacer, sosegar, suavizar - assure, reassure (en)[Spéc.]

ησυχαστήσ, κατευνάστησ, κατευναστικόataráxico, tranquilizante - γαλήνη, ηρεμίαplacidez, serenidad, sosiego, tranquilidad - σιωπήsilencio - ανάπαυλα, προσωρινη περίοδος γαλήνηςcalma, momento de calma, respiro, tregua[Dérivé]

εξεγείρω, κινητοποιώ, ξεσηκώνω τον κόσμο, ταράζωa favor de hacer una campaña/en contra de, agitar, animar, excitar, revolver[Ant.]

apaciguar (v.) • aquietar (v. trans.) • calmar (v.) • serenar (v. trans.) • tranquilizar (v.) • ηρεμώ (v.) • καθησυχάζω (v.) • μετριάζω (v.)

-

 


   Publicidad ▼