Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

αποδεικνύω, βεβαιώνω, εκδηλώνω, επιδεικνύω, μαρτυρώ, φανερώνωattest, certify, demonstrate, evidence, manifest - presume - παραθέτω, προσκομίζωabduce, adduce, advance, cite, put forward[Spéc.]

attestation (fr) - γραπτή βεβαίωση, εισήγηση, πιστοποιητικό, πιστοποιητικό ευδόκιμης υπηρεσίας, συστατική επιστολή, σύσταση, υπόδειξηattestation, certificate, good word, recommendation, testimonial[Nominalisation]

έρεισμα, βάσηevidence, grounds - ένδειξη, απόδειξη, στοιχείοevidence - evidence, proof, testimonial, testimony - κατάθεση, μαρτυρίαevidence, testimony - αποδείξεις, μαρτυρίαevidence - μάρτυραςdeponent, deposer, testifier[Dérivé]

attest (v. intr.) • bear witness (v.) • be a tribute to  • depose (v.) • evidence (v.) • give evidence (v. intr.) • prove (v. trans.) • show (v.) • testify (v. intr.) • witness (v.) • witness to (v. trans.) • αποδεικνύω (v.) • αποκαλύπτω (v.) • αποτελώ απόδειξη (v.) • βεβαιώνω (v.) • βεβαιώνω για  • βεβαιώνω ενόρκως (v.) • είμαι θετική απόρροια  • μαρτυρώ (v.) • χρησιμεύω σαν απόδειξη (v.)

-

 


   Publicidad ▼