Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

βαθμολογώgrade, order, place, range, rank, rate - stand - εγκρίνω, επιδοκιμάζωapprove - αποδοκιμάζωdisapprove - αποφασίζω, προτιμώchoose - προδικάζωprejudge - αξίζω, αξιολογώ, εκτιμώappraise, assess, evaluate, examine, measure, valuate, value - reappraise - αποκρούω, απορρίπτωreject, ward off, wave aside - αποδέχομαιaccept, credence - θεωρώ, πιστεύωbelieve, conceive, consider, think - προβλέπω, σταθμίζω, υπολογίζωcalculate, count on, estimate, figure, forecast, reckon, weigh, weigh up - προβλέπω, προσπαθώ να προβλέψωexpect - αιτιολογώ, αποδίδω, απονέμωascribe, assign, attribute, impute - assign, attribute - απορρίπτωdisapprove, reject - ανακοινώνω, δηλώνω εισόδημαadjudge, declare, hold - γράφω κριτική, επιθεωρώcritique, review - fail - pass - δοκιμάζω, εξετάζω, τεστάρωessay, examine, prove, test, try, try out - παίρνω το μέρος κπ., συντάσσομαι με κπ., υπερασπίζομαι, υποστηρίζωalign, array, stand up for, take someone's part[Spéc.]

κρίση, υπολογισμόςassessment, judgement, judgment - judgement, judging, judgment - δικαστής, κριτήςevaluator, judge - κρίνοντας απόjudging from, to judge from[Dérivé]

ασκώ κριτική, βρίσκω τρωτά σημεία, επικρίνω, κατακρίνω, κρίνωcensure, criticise, criticize, knock, pick apart, pick holes in, reprove - χαρακτηρίζω κτ. ως ακατάλληλο για χρήσηcondemn - αθωώνω, απαλλάσσωacquit, assoil, clear, discharge, exculpate, exonerate - καταδικάζωconvict, find guilty, pronounce guilty[Domaine]

estimate  • evaluate (v.) • judge (v. trans.) • pass judgment (v.) • αποτιμώ  • εκτιμώ  • εκφέρω κρίση  • επικρίνω (v.) • καταδικάζω  • κατακρίνω  • κρίνω (v.) • σχηματίζω γνώμη (v.) • υπολογίζω (v.)

-

 


   Publicidad ▼