Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

shoot (en) - τριγωνομετρώ - καλιμπράρωmedir com compasso de calibre - διαβαθμίζωcalibrar[Spéc.]

μετρήσιμοςmensurável[QuiPeutEtre]

mesure (fr) - aparato de medición (es)[CeQui~]

διαστάσεις, μέτρησηmedição, medida, medidas, mensuração - compasso, medida[Nominalisation]

mesureur (fr) - jaugeur (fr)[PersonneQui~]

remedir (es)[A Nouveau]

ποσότητα, σύστημα μέτρησηςmagnitude, medida, número, quantia, quantidade - μέτρο, μετροταινία, μονάδα μέτρησης, σύστημα μέτρησηςmedida, régua, unidade - καταμετρητήσ, μετρητήσavaliador, medidor[Dérivé]

medir (v.) • mensurar (v.) • pesar  • ζυγίζω  • μετράω (v.) • μετρώ με μετρητή (v.) • μετρώ προσεκτικά

-

 


   Publicidad ▼