» 

diccionario analógico

ajustar, ajustar-se - aparelhar, arrear, cambiar, embraiar, engatar, engrenar, equipar, ligar, passar a marchaεφοδιάζω, κανονίζω - fit (en) - anglicizar`αγγλοποιώ`, προσδίδω Αγγλικά χαρακτηριστικά - adaptarπροσαρμόζω - domar, domesticarεξημερώνω - domar, domesticar - Christianize (en) - aclimatar (es) - electrify, wire (en) - transcribe (en)[Spéc.]

adaptador, benjamimπολύμπριζο, υποδοχή μπρίζας - acomodação - ajustamento, rectificaçãoδιαβάθμηση, διευθέτηση, προσαρμογή, ρύθμιση - adaptativo, adaptávelπροσαρμοστόσ, προσφυήσ - ajustável, maleávelευπροσάρμοστος[Dérivé]

adaptar (v.) • adequar (v.) • ajustar (v.) • εξοικειώνομαι (v.) • προσαρμόζομαι (v.) • προσαρμόζω (v.)

-

 


   Publicidad ▼