Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

γίνομαι κομψότερος, κάνω κπ. κομψότερο, καλλωπίζομαι, καμαρώνομαι, στολίζομαι, φτιάχνομαιacicalarse, adornarse, ataviar, atildar, emperejilarse, emperifollarse, endomingarse, engalanarse - prank (en) - tart up (en) - enrobe (en) - bedizen, dizen (en)[Spéc.]

ένδυμα, αμφίεση, ενδυμασία, περιβολήatavío, atuendo, traje, veste, vestido - ντύσιμοatavío - rigout (en)[Dérivé]

μεταμφιέζομαιacicalarse, emperejilarse, emperifollarse, endomingarse, vestir - μεταμφιέζομαιdisfrazar de, disfrazarse[Domaine]

είμαι κακοντυμένος[Ant.]

arreglar (v.) • ataviar (v.) • engalanarse (v.) • vestir (v.) • ενδύω (v.) • ντύνομαι (v.) • ντύνομαι στην πένα (v.) • ντύνομαι στην τρίχα (v.) • ντύνω (v.) • ντύσιμο

-

 


   Publicidad ▼