Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

qui empêche (fr)[Classe]

qui précède dans le temps (fr)[Classe]

qui protège (fr)[Classe...]

αποκρούω, αποτρέπω, εμποδίζωbarrer, desviar, impedir, impedir que se marque un gol, parar, prevenir, rechazar[Qui~]

εμποδίζω, προλαβαίνω, σταματώ κπ.evitar, impedir, imposibilitar, interferir - αποκλείω, εμποδίζωestorbar, impedir, imposibilitar - αντισυλληπτικό χάπι, μέσο αντισύλληψηςanticoncepcional, anticonceptivo, contraceptivo, dispositivo intrauterino, DIU, medida preventiva, método anticonceptivo - εμπόδιο, επιβάρυνση, κωλισιεργία, κώλυμα, περιορισμός, τροχοπέδηbarrera, control, estorbo, freno, impedimenta, impedimento, interferencia, obstáculo[Dérivé]

permissive (en)[Ant.]

preservativamente, preventivamente[Adv.]

αποκλείω, εμποδίζωestorbar, impedir, imposibilitar - εμποδίζω, προλαβαίνω, σταματώ κπ.evitar, impedir, imposibilitar, interferir - εμπόδιο, επιβάρυνση, κωλισιεργία, κώλυμα, περιορισμός, τροχοπέδηbarrera, control, estorbo, freno, impedimenta, impedimento, interferencia, obstáculo - αντισυλληπτικό χάπι, μέσο αντισύλληψηςanticoncepcional, anticonceptivo, contraceptivo, dispositivo intrauterino, DIU, medida preventiva, método anticonceptivo[Dérivé]

blockading (en) - κωλυσιεργικόσobstruccionista - αναχαιτιστικόσ, προληπτικόσdisuasivo, disuasorio - frustrating, frustrative, thwarting (en) - προληπτικός, προφυλακτικόςcautelar, de precaución, precautorio, preventivo - preventivo - προαγοραστικόσpreventiva (f), preventivo (m) - απαγορευτικόσprohibitivo[Similaire]

permissive (en)[Ant.]

preservativo (adj.) • preventivo (adj.) • profiláctico (adj.) • προληπτικός (adj.)

-

 


   Publicidad ▼