Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

nonflowering plant, pteridophyte - σπερματόφυταphanerogam, seed plant, spermatophyta, spermatophyte - βότανο, χόρτοherb, herbaceous plant - halophyte - σαρκώδες φυτόsucculent - cultivar - καλλιεργήσιμο φυτόcultivated plant - αγριόχορτο, ζιζάνιοweed - ever, evergreen, evergreen plant - deciduous plant - αμπελόκλημα, αναρριχητικό φυτό, κληματαριά, περικοκλάδαclimber, creeper, vine - αναρριχητικό φυτόcreeper - ξυλώδες φυτόligneous plant, woody plant - geophyte - desert plant, xerophile, xerophilous plant, xerophyte, xerophytic plant - mesophyte, mesophytic plant - υδρόφυτοaquatic plant, hydrophyte, hydrophytic plant, water plant - tuberous plant - βολβώδες φυτόbulbous plant - cormous plant - psilophyte - psilophyton - κάκτοςcactus - αλοήaloe[Spéc.]

αγγειακό σύστημαcirculatory system, vascular system - αγωγός φυτούduct - αγγειακό πλέγμα, αγγειακός ιστόςvascular tissue[Desc]

tracheophyte (n.) • vascular plant (n.) • αγγειακό φυτό (n.) • τραχειακό φυτό (n.)

-

 


   Publicidad ▼