Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

alliterator (en) - caller, caller-up, phoner, telephoner (en) - πολυλογάςElster, Plappermaul, Plaudertasche, Schwätzer, Schwätzerin - καλόσ ομιλητήσ, λογάσPlauderer, Plaudererin - dictator (en) - drawler (en) - farfulla, farfullador (es) - exclamador (es) - gruñón, protestón, refunfuñón (es) - αμφισβητών, εξεταστήσ, ερωτώνFragende - Dozent, Dozentin - τραυλίζων - αναφέρων - Quasseltante, Schwatzkopf - ψελλίζων - ανιστορητής, αφηγητής, αφηγητής ιστορίαςErzähler, Erzählerin - ρήτοραςOrator, Plaudrer, Plaudrerin, Prediger, Redner, Rednerin, Referent, Referentin, Rhetoriker, Sprecher, Sprecherin, Vortragende, Vortragender - balbuceador (es) - κομπαστήσ, φαφλατάσ - αφηγητήσ, εκφωνητήσVortragskünstler - φυσικός ομιλητήςjemand mit der Muttersprache... - βραδύγλωσσος, τραυλόςStotterer, Stottererin - stentor (en) - πρόσωπα που εμφανίζονται σε τηλεοπτικά πάνελeine Person des öffentlichen Lebens - venter (en) - κραυγαστήσ - voicer (en) - θρηνών - αυτός που ψιθυρίζει, ψιθυριστήσFlüsternde - μάρτυραςGewährsmann, Hintermann, Informant, Informantin, Zeuge, Zeugin[Spéc.]

δίνω διάλεξη, δίνω διαλέξη, κάνω κήρυγμαbelehren, dozieren, einen Vortrag/Vorlesung halten, lesen - απευθύνομαι σε κοινό, εκφωνώ, εκφωνώ λόγο, μιλώäußern, eine Rede halten, halten, meinen, reden, sagen, sprechen - μιλώ , συνομιλώreden, sprechen[Dérivé]

Redner (n.m.) • Rednerin (n.f.) • ομιλητής (n.)

-

 


   Publicidad ▼