» 

diccionario analógico

πτώχευση, φαλίρισμα, χρεωκοπία, χρεωκοπημένοςconcursado, insolvente, quebrado - casualidad favorable, chiripa - αποτυχία, φιάσκοdesastre, fracaso - αδύνατος, αουτσάιντερ, διαγωνιζόμενος που δεν αναμένεται να νικήσειcompetidor con pocas posibilidades de ganar, outsider[Spéc.]

χάνωperder - αποτυγχάνω, κάνω λάθος, πάω στραβά, σφάλλωequivocarse, salir mal, zozobrar[Dérivé]

επιτυχημένος, κατορθωτήσéxito, ganador, persona que tiene éxito[Ant.]

desamparado (n.) • desfavorecido (n.) • desvalido (n.) • fracasado (n.) • perdedor (n.m.) • άνθρωπος αδύνατος (n.) • άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους (n.) • αποτυχημένος (n.)

-

 


   Publicidad ▼