Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

métier actuel de la justice (fr)[Classe]

(καταστρατήγηση; παράβαση; παρανομία; παραβίαση; καταπάτηση; υπέρβαση)(contravention; transgression; invasion; offense; penal offence; breach of the law; infraction of the law; infringement of the law; transgression of the law; violation of the law; lapse; misdemeanor; misdemeanour; infraction; violation; infringement; breach; desecration; evildoing), (legal rule; rule of law), (justice)[termes liés]

administration[Domaine]

Position[Domaine]

δικαστής, κριτήςadjudicator - υπάλληλοςfunctionary, official - δικαστής, ειρηνοδίκης, κριτής, νομικόςjudge, jurist, justice, lawyer, magistrate[Hyper.]

αποφαίνομαι, αποφασίζω, κρίνωadjudicate, decide, resolve, settle - αποφαίνομαι για κτ., δικάζω, κρίνωadjudicate, judge, try - δικαστικό αξίωμαjudgeship, judicature - νομική επιστήμη, νομολογίαjurisprudence, law, legal philosophy - δίκαιο, νομοθεσία, νόμοι, νόμοςjurisprudence, law, legislation - judicial - judicial, juridic, juridical - δικαστικόςforensic, judicial - magisterial[Dérivé]

αρχιδικαστήσchief justice - Daniel - doge - ειρηνοδίκησ, πταισματοδίκησjustice of the peace, magistrate - justiciar, justiciary - ordinary - πραίτοραςpraetor, pretor - qadi - recorder - έμμισθοσ μισθοτόσ εργάτησ, μισθοφόροσstipendiary, stipendiary magistrate - trial judge - trier - alcalde - δικαστής, ειρηνοδίκης, κριτής, νομικόςjudge, jurist, justice, lawyer, magistrate - Samson[Spéc.]

αποφαίνομαι, αποφασίζω, κρίνωadjudicate, decide, resolve, settle - αποφαίνομαι για κτ., δικάζω, κρίνωadjudicate, judge, try - δίκαιο, νομοθεσία, νόμοι, νόμοςjurisprudence, law, legislation - νομική επιστήμη, νομολογίαjurisprudence, law, legal philosophy - δικαστικόςforensic, judicial - judicial, juridic, juridical - δικαστικό αξίωμαjudgeship, judicature - magisterial[Dérivé]

judge (n.) • jurist (n.) • justice (n.) • lawyer (n.) • magistrate (n.) • δικαστής (n.) • ειρηνοδίκης (n.) • κριτής (n.) • νομικός (n.)

-

 


   Publicidad ▼