Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

guasona; chirigotero; guasón; chirigotera[Classe]

κωμικόςcomediante, comica, cómico[Hyper.]

broma, bromazo[PersonneQuiFait]

αστειεύομαιbromear, chancear, embromar, gastar bromas - κάνω αστείαbufonearse, burlarse, contar chistes - γελοιότητα, θεατρινισμός, καραγκιοζιλίκι, παιχνιδιάρικη συμπεριφορά, σκανταλιά, φάρσαabsurdo, barrabasada, bellacada, bellaquería, bribonada, broma, extraño, faena, farsa, grotesco, jugada, picardía, raro, ridiculo, trastada, travesura, vacilada - αστείο, αστεϊσμός, χωρατόbroma, jocosidad - ανέκδοτο, αστείο, ζαβολιά, κτ. που προκαλεί γέλιο, πλάκα, φάρσαbroma, bromas, chanza, chanzas, chascarrillo, chirigota, chiste, cuchufleta, gracia, graciosidad, guasa, lindeza[Dérivé]

αστειεύομαιbromear, chancear, embromar, gastar bromas - κάνω αστείαbufonearse, burlarse, contar chistes - ανέκδοτο, αστείο, ζαβολιά, κτ. που προκαλεί γέλιο, πλάκα, φάρσαbroma, bromas, chanza, chanzas, chascarrillo, chirigota, chiste, cuchufleta, gracia, graciosidad, guasa, lindeza - αστείο, αστεϊσμός, χωρατόbroma, jocosidad - γελοιότητα, θεατρινισμός, καραγκιοζιλίκι, παιχνιδιάρικη συμπεριφορά, σκανταλιά, φάρσαabsurdo, barrabasada, bellacada, bellaquería, bribonada, broma, extraño, faena, farsa, grotesco, jugada, picardía, raro, ridiculo, trastada, travesura, vacilada[Dérivé]

bromista (n.) • bufón (n.m.) • chirigotera (n.f.) • chirigotero (n.m.) • chistoso (n.m.) • cuentachistes (n.) • guasón (n.m.) • guasona (n.f.) • guazón (n.m.) • hazmerreír (n.m.) • humorista (n.m.f.) • καλαμπουρτζής (n.)

-

 


   Publicidad ▼