» 

diccionario analógico

alma, hombre, humano, individuo, mortal, personaάνθρωπος, άτομο, ανθρώπινο ον, θνητός, τύπος[Hyper.]

adquirir, conseguir, ganarse, obtenerαποκτώ, κερδίζω - conseguir algo, conseguir triunfar, llegar lejos, prosperar, suceder, tener éxito, tener éxito en algo, tener lugar, triunfarεπιτυγχάνω, καταφέρνω, πάω μπροστά, πετυχαίνω, προκόβω, προοδεύω επαγγελματικά, τα καταφέρνω, τελεσφορώ - alcanzar, conseguir, lograrαποκτώ, κατορθώνω, πετυχαίνω, πραγματοποιώ[Dérivé]

desamparado, desfavorecido, desvalido, fracasado, perdedorάνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αποτυχημένος[Ant.]

first lady (en) - ambicioso - natural (en) - sleeper (en) - great (en)[Spéc.]

adquirir, conseguir, ganarse, obtenerαποκτώ, κερδίζω - conseguir algo, conseguir triunfar, llegar lejos, prosperar, suceder, tener éxito, tener éxito en algo, tener lugar, triunfarεπιτυγχάνω, καταφέρνω, πάω μπροστά, πετυχαίνω, προκόβω, προοδεύω επαγγελματικά, τα καταφέρνω, τελεσφορώ - alcanzar, conseguir, lograrαποκτώ, κατορθώνω, πετυχαίνω, πραγματοποιώ[Dérivé]

desamparado, desfavorecido, desvalido, fracasado, perdedorάνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αποτυχημένος[Ant.]

éxito (n.) • ganador (n.m.) • persona que tiene éxito (n.) • επιτυχημένος (n.) • κατορθωτήσ (n.)

-

 


   Publicidad ▼