» 

diccionario analógico

εξπέρ; μετρ; σπεσιαλίστας; ειδικός; εμπειρογνώμοναςperito; experto; especialista[ClasseHyper.]

spécialiste (fr)[Classe]

ινδολόγοσerudito; sábio[Classe]

auxiliaire de justice (fr)[Classe]

personne chargée de juger, d'évaluer (fr)[Classe]

métier du conseil (fr)[ClasseParExt.]

person (en)[Domaine]

SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]

άνθρωπος, άτομο, ανθρώπινο ον, θνητός, τύποςalguém, alma, homem, indivíduo, mortal, pessoa, ser humano[Hyper.]

έμπειρος, γνώστης, διπλωματούχος, επιδέξιος, ικανός, καλός, πεπειραμένος, που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόνταbem feito, bom, competente, eficiente, experiente, hábil, habilidoso, habilitado, mestre, perito, qualificado, versado[CeQuiEst~]

exame, peritagem[Dérivé]

άσος, αστέρι, δεξιοτέχνης, ειδικός, πολύ καλός, φιλότεχνοςás, especialista, experiente, virtuoso - αγρονόμοσagrônoma, agrônomo, Engenheiro Agrônomo - πολύπλευρο ταλέντοpessoa polivalente, pessoa versátil - psicanalista - αναλυτής, αναλύτριαanalista - ανατόμοςanatomista - αρχαιοδίφησ, αρχαιολόγοσAntiquário - arbiter, supreme authority (en) - τοξότηςarqueiro - αυθεντίαautoridade - faixa-preta - cabalista - εκτιμητήσcomputador, estimador - informático - cosmetologista - efficiency adviser, efficiency engineer, efficiency expert, ergonomist, performance consultant, productivity expert (en) - exégeta, intérprete de la Biblia (es) - γενεαλόγοςgenealogista - γεωγράφοςgeógrafo, Geógrafos - κηπολόγοσ, φυτοκόμοσagricultora, horticultor, horticultora, horticulturista - ανακριτήςinvestigador - jurisconsulto, jurista, Juristas - lapidario (es) - επιστήμων τησ λογικήσlógico, pessoa versada em lógica - mnemonist (en) - μυθολόγοσ - comentador, comentarista, observador - out-and-outer (en) - βουλευτήσparlamentar - figura (es) - prosthetist (en) - pteridologist (en) - ευρίσκων τον δρόμοdecalcador, descobridor, guia, pesquisador, pioneiro - estafador (es) - tirador - ειδικευμένος επιστήμοναςespecialista, expert, experto, louvado, perito - superdotado, talento, Talento excepcional - técnico - technocrat (en) - θεραπευτήςcurandeiro, terapeuta - άνθρωπος με μακρόχρονη πείρα, βετεράνος, παλιά καραβάναcarro antigo, veterano - climatologist (en) - ás, CDF, nerd, nerdi[Spéc.]

αρχάριος, διδασκόμενος, δόκιμος μοναχός, μαθητής, πρωτάρηςaprendiz, iniciante, novato, noviço, principiante[Ant.]

experto (n.) • perito (n.m.) • έμπειρος (n.m.) • ειδικός (n.) • εμπειρογνώμονας (n.) • εξπέρ (n.) • μετρ (n.) • σπεσιαλίστας (n.)

-

 


   Publicidad ▼