Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

cadre (en) - Militärarzt, Militärärztin[membre]

Militarismusμιλιταρισμόσ, στρατοκρατία[Dérivé]

militarisieren[GenV+comp]

activated (en) - armed (en) - unbewaffnetάοπλος - armored, armoured (en) - unarmored, unarmoured (en) - accoutered, accoutred (en) - Expeditions-...εκστρατευτικός, εξερευνητικός - operational (en) - active, combat-ready, fighting (en) - in Kraft, rechtsgültig, wirksamενεργός, που βρίσκεται σε ισχύ, σε ισχύ - Berufs-...μόνιμος - απουσία χωρίσ άδειασ - pullback (en) - Rückzugυποχώρηση - standdown, stand-down (en) - restablecimiento (es) - amphibious landing (en) - gun (en) - deactivation, inactivation (en) - Rückmarsch - desfile de aviones (es) - sortie (en) - Truppenbewegung - Kriegsspiel - militainment (en) - Defilee, Musikparade, Vorbeimarsch, Zapfenstreich - Heeresdienst, Kommiß, Kriegsdienst, Militärdienst, Präsenzdienst, Wehrdienst, Wehrpflichtστρατιωτική θητεία - fatigue, fatigue duty (en) - air cover (en) - censura militar (es) - ομπρέλα, προστατευτική ομπρέλα - taxación logística, valoración logística (es) - drill (en) - manual, manual of arms (en) - στρατιωτική εκπαίδευση - Elementarunterricht - military drill (en) - close-order drill (en) - Schleiferei - militärische Aktionδράση - Schlachtμάχη - Einkesselung, Einkreisung, Einschließung, Umzingelungαποκλεισμός - Verteidigung, Verteidigungskriegάμυνα - electronic warfare, EW (en) - Betrieb, Einsatz, Gefechtstätigkeit, Kampfhandlung, militärische Operationεπιχείρηση, λειτουργία, στρατιωτική επιχείρηση - combined operation (en) - police action (en) - resistance (en) - Feldübung, Manöver, Militärübungασκήσεις, γυμνάσια, στρατιωτικά μανούβρα, στρατιωτική επιχείρηση - Kampf, Zwei-Kampfμάχη - Feldzugεκστρατεία - Feldzug, Heerzug, Kampagne, Kriegszugστρατιωτική αποστολή - misión (es) - Ausfallεξόρμηση - Verstärkung - Angriff, heftiger Angriffδριμεία επίθεση, εισβολή, επίθεση - Krieg, Kriegs-..., Kriegsführungεχθροπραξίες, πόλεμος - assault (en) - Blitzkriegαιφνιδιαστική επίθεση - infiltración (es) - Friedenssicherung - amphibious operation (en) - psychological operation, psyop (en) - muster call (en) - military ceremony (en) - Belagerungπολιορκία - amenaza nuclear (es) - countermine (en) - Besetzung, Okkupation - Einberufungστράτευση, στρατολογία - Kriegsgerichtδίκη στρατοδικείου, στρατοδικείο - logistic assistance, logistic support (en) - inter-service support (en) - Flugbasis, Luftstützpunktαεροπορική βάση - Kriegsgerät, Kriegsmaterial, Waffen; die Bewaffnungεξοπλισμός - vehículo blindado (es) - APC, armored personnel carrier, armoured personnel carrier (en) - Arsenal, Rüstkammer, Waffenarsenal, Waffenkammer, Zeughausστρατόπεδο - assault gun, assault rifle (en) - attack submarine (en) - B-52 (es) - Baracke, Kaserne, Kastenστρατώνας - Grundstock, Militärbasis, Militärstützpunkt, Nachtlager, Stützpunktαρχηγείο, βάση - Feldanzugστολή εκστρατείασ - Quartierκαταυλισμός - Bombenflugzeug, Bomberβομβαρδιστικό αεροσκάφος - Armee-ausbildungslager - caisson (en) - Feldlager, Heerlager, Lager, Truppenunterkunft, Zeltlagerκάμπιγκ, κατασκήνη, κατασκήνωση, καταυλισμός, στρατόπεδευση, στρατόπεδο - διοικητήριο - commissary (en) - puesto de socorro (es) - dress uniform (en) - κανονιοστάσιο, πυροβολείο - Tarnuniform - Feldlazarettνοσοκομείο εκστρατείας, στρατιωτικό νοσοκομείο - Jagdflugzeug, Jägerμαχητικό αεροσκάφος - fire control radar (en) - fire control system (en) - full-dress uniform (en) - Garnisonφρουρά - gas shell (en) - Wachlokal, Wachstubeπειθαρχείο - sala de oficiales (es) - half track (en) - hardware (en) - Hauptquartierαρχηγείο, διοικητικό κέντρο επιχείρησης - Lazarettzug - army hut, field hut, hut (en) - hutment (en) - Latrineαποχωρητήριο στρατοπέδου - Kriegsmaterial, Militärmaterial - Kasino - Militärhospital, Militärkrankenhausστρατιωτικό νοσοκομείο - στρατιωτική εγκατάσταση - Postenστρατιωτικό φυλάκιο - στρατιωτικές κατοικίες - uniforme militar (es) - στρατιωτικό όχημα - minute gun (en) - ναυτικές εγκαταστάσεις - arsenal (es) - olive drab, olive-drab uniform (en) - Ausleger, der Vorpostenακριτική περιοχή - personnel carrier (en) - picket (en) - platform, weapons platform (en) - Quartier, Unterkunft - Aufklärer, Aufklärungsflugzeug - Aufklärungsfahrzeug, Aufklärungspanzer, Spähpanzer - Anzug, Armeeuniform, Regimentsuniform, Uniform - πυραυλική βάση - σιλό - Rauchvorhang, Vorhangπροπέτασμα, προπέτασμα καπνού, πρόσχημα - precision rifle, sniper rifle (en) - Panzerάρμα μάχης, τανκ - barco de carretera (es) - transporte de tropas (es) - αίθουσα αξιωματικών πλοίου - πολεμικό αεροπλάνο - Kriegsschiff, Militärschiffπολεμικό πλοίο - Massenvernichtungswaffe, Massenvernichtungswaffen - weapons carrier (en) - ναυτική δύναμη - stillstehenσε στάση προσοχής - δύναμη - potencia de fuego (es) - στρατηγία - στρατιωτική επιστήμη - Taktikτακτική - strategy (en) - Offizierspatentδιάταγμα διορισμού - δυναμολόγιο, προσκλητήριο - military greeting, salute (en) - military intelligence (en) - Paßάδεια εισόδου, πάσο - Applaus, Beifall, Beifallklatschen, Beifallsklatschen, Zapfenstreich - εγερτήριο - zum Rückzug blasenσήμα υποχώρησης - zum Rückzug blasen - drumbeat (en) - tattoo (en) - insignia de grado, insignia de rango (es) - Anordnung, Anweisungδιαταγή, εντολή - πρόσκληση - Briefing, Instruktionενημέρωση, οδηγίες - strategic warning (en) - tactical warning (en) - rebato (es) - warning of war (en) - Tresse - Tresseγαλόνι, σιρίτι - damage, equipment casualty (en) - battle damage, combat casualty (en) - operational casualty, operational damage (en) - απώλειες - Wunde - loss, personnel casualty (en) - collateral damage (en) - στρατιωτική τελετή - trip wire (en) - Joint Chiefs, Joint Chiefs of Staff (en) - Kommando - Kampfverband - Abteilung, Abteilung, die Division, Division, Einheit, Einheitlichkeit, Heeresgruppe, Truppeneinheit, Truppenteilμεραρχία, σώμα - Armee, Berufsheer, Heer, Heeresamt, Landstreitkräfteστράτευμα, στρατιά, στρατός - Flottenverbandναυτική μονάδα - Kriegemarine, Marine, Marineamt, Seemacht, Seestreitkräfteναυτικό - Küstenwacheακτοφυλακή - αεροπορική μονάδα - Luftstreitkräfte, Luftwaffeαεροπορία - armor, armour (en) - dienen, Streitkräfteένοπλες δυνάμεις, πεζικό, στρατιωτική θητεία - Streitkräfte, Truppeστρατιωτική δύναμη - military reserve, reserve (en) - Pentagon - Militärpolizeiστρατονομία - Küstenpatrouille, Küstenstreife - Kompanieλόχος - Zugδιμοιρία - Nachhutοπισθοφυλακή - Geschwaderπτέρυγα τριών μοιρών - categoría (es) - falange (es) - στρατιωτική ακαδημία - Marineakademieναυτική σχολή - air force academy (en) - drumhead court-martial (en) - Kriegsgericht, Militärgericht - στρατιωτικό δικαστήριο - tribunal de policía militar (es) - Defense Intelligence Agency, DIA (en) - Artillerieπυροβολικό, πυροβόλο - musketry (en) - Batterie - Kavallerie, Panzertruppe, Reiterei - horse cavalry (en) - mechanized cavalry (en) - Fußtruppe, Fußvolk, Infanterieπεζικό - σώμα αλεξιπτωτιστών - Ersatz, Reserve, Vorräte - militia (en) - guardia de casa, protección de casa (es) - territorial, territorial reserve (en) - Nationalgardeεθνοφρουρά - μισθοφορικός στρατός - Ejército de los Estados Unidos (es) - United States Army Rangers (en) - United States Military Academy, US Military Academy (en) - AI, Army Intelligence (en) - Army National Guard, ARNG (en) - Truppenστρατεύματα - Kavallerie, Panzertruppe, Reitereiιππικό - Garnison - rank, rank and file (en) - comando (es) - Truppenkontingentστρατιωτικό απόσπασμα - Generalstab, Kommandostab, Stabστρατιωτικοί σύμβουλοι - comandancia (es) - προσωπικό αρχηγείου - Oberbefehl, Oberkommando - Angriffsspitzeαιχμή του δόρατος, της επίθεσης - Erschießungskommando, Exekutionskommandoεκτελεστικό απόσπασμα - military formation (en) - open order (en) - close order (en) - extended order (en) - Krankenappell - Kolonneφάλαγγα, φάλαγγα οχημάτων - chow line (en) - air power, aviation (en) - Ausnahmezustand, Kriegsrechtστρατιωτικός νόμος - Wehrrecht - στρατολόγηση - center (en) - flank, wing (en) - head (en) - rear (en) - Minenfeldναρκοπέδιο - Kampfplatz, Kampfstätte, Kriegsschauplatz, Schlachtfeld, Feld-...πεδίο μάχης - Linieγραμμή, παράταξη στρατιωτών - línea de batalla (es) - εκπηδών, εξέχων τομέασ, προέχων, προεξέχων, προεξοχή - battle line (en) - στρατιωτική θέση - staging area (en) - sector (en) - zona de combate (es) - zona de guerra (es) - dropping zone, drop zone (en) - West Point (en) - ensign (en) - Adjutantυπασπιστής - agregado aéreo (es) - army attache (en) - Pioniertruppe - Militär - Musiker, Spielmann - ανώτεροσ αξιωματικόσ, γαλονάσ - Kadettδόκιμος, μαθητής στρατιωτικής σχολής - Kapitän - Hauptmann, Kapitän - casualty (en) - Generalmajor, Inspekteur - αρχικελευστήσ - Oberstσυνταγματάρχης - Standartenträgerinσημαιοφόρος - combat pilot (en) - Erste Offizierυποπλοίαρχος - Befehlshaber, Feldherr, Heerführer, Kommandant, Kommandeur, Major, Oberbefehlshaber, Oberkommandierender, Truppenführerαντιστράτηγος, αρχηγός, διοικητής - Angehöriger einer besonderen Schutztruppe, Kommandoκαταδρομέας - commissioned officer (en) - Offizier - oficial de marina (es) - Flottenadmiral, Kommodoreαρχιπλοίαρχος - defense contractor (en) - Ausreißer, Ausreißerin, Deserteur, Deserteurin, Fahnenflüchtige, Fahnenflüchtiger, Überläufer, Überläuferinαποσκίρτηση, αποστάτησ, λιποτάκτης - desk officer (en) - Militärpflichtiger, Wehrpflichtige, Wehrpflichtigerκληρωτός - drill instructor, drill master (en) - Feind, Feindin, Oppositionοι αντίπαλοι, οι ανταγωνιστές - oficial ejecutivo (es) - Feldmarshal, Marschallαρχιστράτηγοσ - field-grade officer, field officer, FO (en) - Jäger - υποναύαρχοσ - flanker (en) - Generalστρατηγός - General, Offizier - inspector general (es) - judge advocate (en) - auditor de guerra (es) - judge advocate general (en) - Kapitänleutnant, Leutnant, Oberleutnantανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, υποπλοίαρχος - lieutenant (en) - Kommodore, Oberstleutnantαντισμήναρχοσ, αντισυνταγματάρχησ - Kapitänleutnant, Korvettenkapitän - αντιπτεράρχοσ, αντιστρατηγόσ - Leutnant zur see - Majorταγματάρχης - Generalmajorυποστράτηγος - Marine, Marinesoldatπεζοναύτης - Maschinistμηχανικός πλοίου - Marschall - Leutnant zur see - military adviser, military advisor (en) - Feldgeistlicher, Gefängnisgeistlicher, Militärgeistlicherιερέασ, παπάσ, πατήρ - military leader (en) - Offizierαξιωματικός - peme, policía militar (es) - agregado naval (es) - naval commander (en) - oficial de marina (es) - Navy SEAL, SEAL (en) - Unteroffizierυπαξιωματικόσ - occupier (en) - peacekeeper (en) - capitán preboste (es) - Reserve, Reservistέφεδροσ, εφεδρεία - zapador (es) - minador (es) - Section Eight (en) - Armeeangehörige, Militärangehöriger, Truppenangehörigerάνδρας, στρατιωτίνα, στρατιώτης - Drückeberger, Drückebergerinλουφαδόρος, φυγόπονοσ - sprog (en) - Maulwurf, Späher, Späherin, Spion, Spionin, Spitzelκατάσκοπος - Stabsoffizierαξιωματικόσ επιτελείου - der/die Streikendeαπεργός - Leutnant, Subalternκατώτερος αξιωματικός - territorial (en) - Freiwillige - warrant officer (en) - weekend warrior (en) - Entwicklungshilfe - government issue, issue, military issue (en) - Bereitschaft, Reserveετοιμασία, ετοιμότητα, προπαρασκευή, σε επιφυλακή, σε ετοιμότητα - Militärrang - flag rank, grade du porte-drapeau (en) - spit and polish (en) - pase (es) - permiso (es) - field day (en) - mess (en) - προκαλώ ρήξη - einquartieren, quartierenπαρέχω κατάλυμα, στρατωνίζω - detach (en) - redoubt (en) - Marines (en) - friendly (en) - hostile (en) - inactive, nonoperational (en)[Domaine]

Militär (n.m.) • militärisch (n.) • Soldat (n.m.) • Soldatin (n.f.) • Streitkräfte (n.) • ένοπλες δυνάμεις

-

 


   Publicidad ▼