Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

ensemble (réunion d'éléments) (fr)[Classe...]

collection[ClasseHyper.]

ensemble de choses mises ensemble en grand nombre (fr)[Classe]

chose(s) mise(s) en tas (fr)[Classe]

(lepidopteran; butterfly)[termes liés]

minéralogie (fr)[termes liés]

(metallic money)[termes liés]

(δημιούργημα; τέχνη; δεξιοτεχνία)(art; artistic creation; artistic production)[termes liés]

(κουπόνι)(stamp; trading stamp)[termes liés]

bibelot (fr)[termes liés]

factotum[Domaine]

Collection[Domaine]

ομάδαgroup, grouping - συσσώρευσηagglomeration[Hyper.]

amonceler, entasser (fr)[Nominalisation]

μοντάρω, συγκαλώ, συγκεντρώνω, συναρμολογώassemble, bring together, get together, piece, piece together, put together, set up, tack, tack together - δημιουργώ, πηγαίνω και παίρνω, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνω, συγκεντρώνω σε μεγάλη ποσότητα, συλλέγω, συναθροίζω, συσσωρεύωaccumulate, amass, collect, compile, hoard, pile up, roll up, run up[Dérivé]

πομπήcavalcade, pageant, procession, suite - φαρμακοποιίαpharmacopoeia - σειρά, σύνολοstring - wardrobe - γκαρνταρόμπαwardrobe - πληθυσμιακή στατιστικήpopulation, universe - armamentarium - art collection - συσσωρευμένη δουλειά που έπρεπε ήδη να έχει ολοκληρωθείbacklog - πυροβολαρχία, σειρά, σύνολοbattery - συγκρότημαblock - βιβλίο κανόνωνbook, rule book - bottle collection - bunch, caboodle, lot - coin collection - collage - content - ensemble, tout ensemble - corpus - crop - ένοικοι, ένοικοι κτήματοσ, ενοικιαστέσ κτήματοσtenantry - findings - πακέτοpack - διανομή, μερισμός, μοίρασμα, μοιρασιά, μοιρασιά στα χαρτιά, χαρτιάdeal, hand - long suit - stamp collection - statuary - ολικό άθροισμα, συνολικόςaggregate, grand total, sum, summation, sum total, total - συσσώρευσηagglomeration - gimmickry - nuclear club - στοίβα, σωρόςagglomerate, cumulation, cumulus, heap, mound, pile - mass - συνδυασμόςcombination - congregation - hit parade - Judaica - kludge - βιβλιοθήκη, βιβλιοθήκη προγραμμάτων, βιβλιοθήκη υπορουτίνωνbookcase, library, program library, subroutine library - βιβλιοθήκηlibrary - μυθολογίαmythology - βιολογίαbiology, biota - πανίδαfauna, zoology - petting zoo - σετ, σύνολοset - Victoriana - αστική τάξη, κατηγορία, κοινωνική, οικογένειαcategory, class, family - job lot - δέμα, δέσμη, μάτσο, μπόγοςbundle, package, packet, parcel - υπεράσπιση, υπεράσπιση κατηγορουμένουdefence, defense, defense lawyers, defense team, the defence - εισαγγελική αρχή, κατηγορούσα αρχήindictment, prosecution - φυτείαplantation, planting - μηχάνημα εκπομπής σημάτωνsignage - GAAP, generally accepted accounting principles - πάνθεονpantheon - Ελεύθερος ΚόσμοςFree World - Τρίτος Κόσμος, Τρίτος Κόσμος οthe Third World, Third World - ΕυρώπηEurope - Asia - North America - Central America - South America - Oort cloud - λαμπρή συγκέντρωσηgalaxy - γαλαξίαςextragalactic nebula, galaxy - στόλος, στόλος κράτουςfleet, flotilla - στόλοςfleet - αεροπορικός στόλοςfleet - fund, repertoire, repertory - repertoire, repertory - ποικιλία, ποτπουρί, ποτ-πουρί, συλλογήassortment, miscellanea, miscellany, mixed bag, mixture, motley, potpourri, range, range of products, salmagundi, selection, smorgasbord, variety - batch, clutch - batch - rogue's gallery - έκθεσηdisplay, exhibit, exhibition, expo, exposition - εφοδιοπομπή, κονβόιconvoy - κίνηση, κυκλοφορίαtraffic - air power, aviation - βλάστηση, χλωρίδαbotany, flora, vegetation - δίκαιο, νομοθεσία, νόμοι, νόμοςjurisprudence, law, legislation - menagerie - δεδομένα, δεδομένο, στοιχείαdata, information - ana - mail, post - treasure - treasure trove - troponomy, troponymy - θρύμματα, θρύψαλαsmithereens - book - flagging - flinders - herbarium - Nag Hammadi, Nag Hammadi Library - trinketry - Magi, Wise Men[Spéc.]

collector - μοντάρω, συγκαλώ, συγκεντρώνω, συναρμολογώassemble, bring together, get together, piece, piece together, put together, set up, tack, tack together - δημιουργώ, πηγαίνω και παίρνω, συγκεντρώνομαι, συγκεντρώνω, συγκεντρώνω σε μεγάλη ποσότητα, συλλέγω, συναθροίζω, συσσωρεύωaccumulate, amass, collect, compile, hoard, pile up, roll up, run up[Dérivé]

accumulation (n.) • aggregation (n.) • assemblage (n.) • collection (n.) • piling up (n.) • σειρά (n.) • συλλογή (n.) • συσσώρευση (n.)

-

 


   Publicidad ▼