Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

απορία; ερωτηματικό; έρευνα; ερώτημα; ζήτημα (σε εξετάσεις)Fragestellung; Frage; Befragung; Fragezeichen; Erkundigung; Auskunfts-...[ClasseHyper.]

factotum (en)[Domaine]

Questioning (en)[Domaine]

ανάκριση, διερεύνηση[Hyper.]

διερωτώμαι, ζητώ, ζητώ πληροφορίες, ρωτώ, ρωτώ να μάθω, ρωτώ να μάθω πώς είναι κπ., συγκεντρώνω στοιχείαanfragen, erkundigen, erkundigen nach, Erkundigungen einholen, Erkundigungen einziehen, fragen, fragen nach, fragen um, nachfragen, nachprüfen, sich erkundigen, sich erkundigen nach, sich umhören - αμφισβητώ, ερωτώanfragen, anzweifeln, fragen - ανακρίνωausfragen, ausquetschen, befragen, befragen über, eine Frage stellen, fragen, hinterfragen - ανακρίνω, ρωτώfragen, interviewen[Dérivé]

απάντηση, απόκρισηAntwort[Ant.]

αμφισβητώ, ερωτώanfragen, anzweifeln, fragen - διερωτώμαι, ζητώ, ζητώ πληροφορίες, ρωτώ, ρωτώ να μάθω, ρωτώ να μάθω πώς είναι κπ., συγκεντρώνω στοιχείαanfragen, erkundigen, erkundigen nach, Erkundigungen einholen, Erkundigungen einziehen, fragen, fragen nach, fragen um, nachfragen, nachprüfen, sich erkundigen, sich erkundigen nach, sich umhören - ανακρίνωausfragen, ausquetschen, befragen, befragen über, eine Frage stellen, fragen, hinterfragen - ανακρίνω, ρωτώfragen, interviewen[Dérivé]

ερωτηματικόFragezeichen[Cause]

απάντηση, απόκρισηAntwort[Ant.]

Anfrage (n.f.) • Erkundigung; Auskunfts-... (n.f.) • Frage (n.f.) • Fragestellung (n.f.) • έρευνα (n.) • απορία (n.) • ερωτηματικό (n.) • ερώτημα (n.) • ερώτηση (n.) • ζήτημα (n.) • θέμα προς συζήτηση (n.)

-

 


   Publicidad ▼