» 

diccionario analógico

かれい; こうれい; とうほん; もはん; 佳例; 好例; 模範; 謄本πρότυπο; υπόδειγμα[Classe]

teoría (es)[Classe]

chose qui est idéale (fr)[Classe]

ce que l'on cherche à atteindre (fr)[Classe]

chose immatérielle (par excellence) (fr)[Classe]

あこがれ; かつぼう; しぼ; しょうけい; そうぼう; どうけい; ぼじょう; 思慕; 想望; 慕情; 憧れ; 憧憬; 渇望; 切望σφοδρή επιθυμία; λαχτάρα[Classe]

(consumadamente; cumplidamente; perfectamente) (es)[termes liés]

valeur, coutume, croyance (fr)[termes liés]

思索, 思考, 意図, 意見, 概念, 着想, 考え, 考慮αντίληψη, γνώμη, ιδέα, σκέψη[Hyper.]

理想化, 理想化+する - 理想化, 理想化+する, 理想化するεξιδανικεύω[Dérivé]

価値観αξία, ιδεώδες - 典型, 極致 - スタンダード, 基準, 尺度, 標準, 物差, 物差し, 物指, 物指し, 縄墨, 規準, 規範, 軌範κριτήριο, πρότυπο - かがみ, かれい, こうれい, とうほん, もはん, モデル, 佳例, 例, 儀型, 儀形, 儀範, 儀表, 好例, 師範, 手本, 指揮, 模範, 模範例, 範, 見本, 謄本, 鑑καθοδήγηση, παράδειγμα, πρότυπο, υπόδειγμα - ego ideal (en)[Spéc.]

理想主義, 観念論ιδεαλισμός - 気高さ, 理想主義υψηλοφροσύνη - idéalisme (fr) - 理想主義 - 理想化, 理想化+する - 理想化, 理想化+する, 理想化するεξιδανικεύω[Dérivé]

ιδέα (n.) • ιδανικό (n.) • ιδεώδες (n.)

-

 


   Publicidad ▼