Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

abradant, abrader, abraser, abrasing device, facer-trimmer (en) - bender (en) - clincher (en) - comb (en) - Schneidemaschineεργαλείο για κόψιμο - Bohrer, Steinbohrerτρυπάνι - eolith (en) - Forke, Gabel - pandilla, patrulla (es) - Gartengerätεργαλείο κηπουρικής - κερκέτης - hack (en) - εργαλείο χειρός, χειρονακτικά εργαλεία - Hacke, Schuffel, Stoßhackeσκαπάνη, τσάπα, τσαπί - Heber, Wagenheberγρύλος - Jaws of Life (en) - neolith (en) - paleolith (en) - muller, pestle, pounder (en) - Pflugάροτρο, αλέτρι - εργαλείο μετάδοσης ισχύος - Locher, Perforatorδιατρητικό μηχάνημα, τρυπητήρι - Gartenbesen, Harke, Laubharke, Rechenτσουγκράνα - Sturmbockκριός - rounder (en) - triscador (es) - dressing tool, shaper tool, shaping tool, slotter, wood carving tool (en) - strickle (en) - γραφίδα - Stampfer, Stopfer - tap (en) - μαλάσσω μέταλλο εισ καλούπι, μεταλλοπλαστικό καλούπι, χύνω μετάλλο εισ καλούπι - ţapină (ro) - Prägstempelμήτρα, σφραγίδα - αλωνιστική μηχανή[Spéc.]

tool (en) - tool (en)[Dérivé]

Werkzeug (n. neu.) • εργαλείο (n.)

-

 


   Publicidad ▼