» 

diccionario analógico

υπόστεγο αεροσκαφών, χώρος συντήρησης αεροσκαφώνhangar - βωμόςautel - σκεπαστή δίοδοςarcade - αψίδα, καμάρα, τόξοarc, arc d'architecture, arche, voûte - περιοχήaire - μπαλκόνιbalcon - balcon - είδοσ κινητήσ γέφυρασbascule - planchéiage - carrosserie - γέφυραpont - κτήριο, κτίσμα, οικοδόμημαbâtiment, construction, édifice - κτηριακό συγκρότημαcomplexe, complexe immobilier - bassin hydrographique, captage, captation - κουλούρα, σπείραnœud, rouleau - κιονοστοιχίαcolonnade - στήληcolonne, pile - γωνίαcoin - σταυρόςcroix - deathtrap - αμυντική κατασκευήdéfense, structure de défense - door (en) - entablement - construction - ίδρυμαétablissement, grande entreprise - πάτωμα, όροφοςétage, niveau - πίδακας, σιντριβάνιfontaine - château de cartes - στέγαση, στέγηlogement, logis, pension - σκαρί, σκελετός πλοίουcoque - jungle gym (en) - ελασματοποίησηlamination - αποβάθραdébarcadère - επιφυλακή, παρακολούθησηde guet, guet - λιθοδομήmaçonnerie - μνημείοmonument - ανάχωμα, βουναλάκι, πρόχωμα, σωρόςbutte, monticule, tertre - εμπόδιο, παρεμπόδιση, φράξιμοblocage, encombrement, entrave, obstacle, obstruction - διαίρεση, χώρισμαcloison - plateforme, plate-forme - είσοδος, στεγασμένη είσοδοςporche - linteau - προκατασκευασμένο σπίτιmaison préfabriquée - προεξοχήsaillie - δημόσια έργαtravaux publics - offset (es) - καταφύγιο, σκέπαστρο, υπόστεγοabri - shoebox (en) - ταμπέλαécriteau, enseigne, panonceau - αρένα, στάδιο, στάδιο(ν)arène, stade - εποικοδομή, εποικοδόμημα, οικοδομή υπερ τησ γησsuperstructure - υποστηρικτική δομήstructure portante, structure porteuse - πύργοςtour - πτέρυγα ναούtransept - trestlework (en) - vaulting (en) - ναυπηγική κλίνηcale - tête de puits - tunnel aérodynamique - ισορροπίαégalité de distribution, équilibre - balustrade, bande - şerefe (tr) - θύρα, πόρταhuis, lourde, porte - false bottom (en) - guide (en) - sail (en) - honeycomb (en)[Spéc.]

βάσηbase, fondation - plate (en) - δομικά στοιχείαélément de construction[Desc]

construction (n.f.) • structure (n.f.) • κατασκευή (n.) • οικοδόμημα (n.)

-

 


   Publicidad ▼