Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

ακρυλικό χρώμα - capa, capa de pintura - υδρόχρωμαpintura al temple, temple - βερνίκιesmalte - cera, encáustico, lustre, pulimento - fingerpaint, finger paint, finger-paint, finger painting (en) - housepaint, house paint (en) - ελαιόχρωμα, λαδομπογιάóleo, pintura al óleo - semigloss (en) - spray paint (en) - νερομπογιά - λούστρο, πρώτη μπογιάimprimación, pintura de fondo, pintura de primera mano - antifouling paint (en)[Spéc.]

βάφω, μπογιατίζωpintar - βάφωpintar - ζωγραφίζωpintar - ζωγραφίζωpintar[Dérivé]

βαφή, κτ. που δίνει χρώμα, μπογιά, χρωστική ουσία, χρώμαcolorante, pigmento, substancia colorante[Element]

aguada (n.f.) • pintura (n.f.) • pintura al agua  • pintura emulsionada  • βαφή (n.) • υδατόχρωμα

-

 


   Publicidad ▼