Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

διαμέρισμα, δωμάτιο, χώροςapartamento, apartamiento, departamento, habitación, piso, vivienda - καταυλισμόςacuartelamiento, alojamiento, boleta, boletín - συγκρότημα - κατασκήνωση, καταυλισμόςcampo - condominio - κατοικία, σπίτιcasa, domicilio, habitación, hogar, morada, vivienda - hospedería, hospicio - ξενώνας, ξενώνας νεότητας, πανσιόνalbergue, albergue de juventud, albergue juvenil - διαμέρισμα, διαμονή, κατάλυμα, καταυλισμόςalojamiento, cuartel, vivienda - casa móvil - refugio - quartering (en) - rattrap (en) - shelter (en) - tract housing (en) - κατοικία, σπίτιcasa[Spéc.]

παρέχω κατάλυμα σε, στεγάζω, φιλοξενώ, φυλάγωalbergar, alojar, cobijar, guardar, hospedar[Dérivé]

alojamiento (n.m.) • hospedaje (n.m.) • hospedamiento (n.m.) • viviendas (n.) • στέγαση (n.) • στέγη (n.)

-

 


   Publicidad ▼